Μεταμέλεια

Οι σταγόνες
που θαρρούσες πως κρατούσαν
ζωντανά
τα πνεύματα των δασών
φτύναν αίμα πάνω τους,
και η κόκκινη σάρκα
που χαιρόσουνα
των λουλουδιών
σαρκοβόρα κατάπινε
τη γαλήνη των βυθών.
Στα θάματα αν επότιζες
ανόητη χολή,
αναρριχήσου απ’ τα σπλάχνα τους,
τράβα το μανδύα
απ’ της θλίψης το άνυδρο,
γίνου αέρας
ν’ ανασάνουν
στη γλυκόπικρη σιωπή.

Αλυσοδεμένη

Όσο και να ανασηκώνεις το φόρεμά μου,
πάντα θα σου ξεφεύγουν σύννεφα,
που στις φτερούγες τους
θα δρασκελίζουν ανθάκια κερασιάς.
Όσο και να μερεύεις τους ανέμους μου,
πάντα θα δραπετεύουν θύελλες,
που στην ομίχλη
θα γεννοβολούν παλέματα του χρόνου.
Και θ’ ανατέλλουν ψηλές θάλασσες
και χρώματα των ρόδων.

Photo: The Keepers by Nicholas Scarpinato

Χαρταετός

Χαρταετός

Κλείσε μια στιγμή τα μάτια.
Το ξέρω.
Πάει καιρός και ‘χεις ξεχάσει.
Μα τα παιδιά, πάντα τα κλείνουν.
Δως μου το χέρι σου.
Βάστα γερά.
Άνοιξε τα μάτια σου!!
Κοίτα στον ουρανό,
ακόμα και αν ξεφεύγει πια
εκείνο το σχοινί,
ακόμα και αν οι άνεμοι
αλλάζουν την πορεία,
ακόμα – μη θυμώνεις –
και αν τα χέρια σου
τραυματίζονται,
ακόμα – μη λυπάσαι –
και αν τα χρώματα χάνονται,
εκεί, ανάμεσα στα σύννεφα,
πετάει ένας χαρταετός,
μόνο για σένα!

Για καλούμπα
έχει το γέλιο σου
και για σχήμα
τα όνειρά σου!

Κενή ώρα

Το δειλινό έλιωσε το βράχο,
ροδόχρωμα σύννεφα στάζουν
μέλι πάνω στην αλμύρα,
μια αόριστη τρυφερότητα
για όσα δε θα πεις
μα είναι εκεί,
αιωρούνται
όπως η αύρα της άνοιξης.

Τσιμπολογώ
την κενή ώρα,
χωρίς παραλλαγές.
Ο καθρέφτης αναμένει.