Άνοιξη

Μα κοίταξέ την μια στιγμή,
έξω απ’ το παράθυρό σου διαδραματίζεται,
κιτρινολούλουδη,
τρυφερή, άγουρη ακόμη,
με ντελικάτα κρινοδάχτυλα,
τεντώνει τους βλαστούς
να βρουν το δρόμο τους,
γυρεύοντας να σιγογελάσει,
αφηρημένη,
πάνω στο μπέρδεμα απ’ τα σύννεφα,
στα μαλλιά της ανακατεύονται
βόμβοι με αρώματα
και τα λούζει ένα φως.
Άνοιξη ελαφριά, γλυκιά στην όψη.
γεμάτη κλωνιά και γάλα στα στήθη.
Απ’ το ίδιο υλικό της
τρέφονται οι δαντέλες μας.
Απ’ των χελιδονιών το λέρωμα
και την πρασινάδα της σελήνης
ανατέλλουν οι άγριες τριανταφυλλιές μας.
Στο στοχασμό σου, όταν περπατάς,
να κοντοστέκεσαι,
κι ας μη κατέχεις τη γλώσσα,
πιπερίζουν παράξενα στα εμπύρετα
τα ορθωμένα άνθη.

Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια

Το κορίτσι με τα μεταξένια, στον κόρφο, φεγγάρια
έβρισκε τόσο συγκινητικά τα υψωμένα δάση,
τα υπόγεια ρεύματα,
τις ασπρόμαυρες κατεβασιές.
Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια
και την ευωδιαστή λύπη
εκδήλωνε την αγάπη της
άλλοτε ηλιόλουστα κι άλλοτε αδέξια,
με σκιερές γωνιές.
Κι ο κόσμος τραγουδούσε χίλιους ψιθύρους.
Κι οι βράχοι μες στο νερό γίνονταν πόδια.
Και τότε γελούσε μ’ έναν ρυθμό αρχαίο.
Και το φως αναδυόταν σα δελφίνι
μέσα από τις βυθισμένες της πτυχές.
Και με μια γεύση αλλιώτικη
που θύμιζε αβοκάντο ή ζουμερή φράουλα
φιλούσε τον πόνο
και τον έπαιρνε βόλτα μαζί της στο σκοτάδι.
Και στου προσώπου της τη φαντασία
οδηγούσε το σύμπλεγμα της Άρκτου.
Γεμισμένα ρόδα τα μάτια της αυγή
φτέρωναν το πληκτικό.
Ανάπλαση μες στη νυχτιά
έβρισκε ερεθισμένες όλες τις εποχές.
Κι ανέβλυζε το μενεξεδένιο απ’ το δείλι
όταν χόρευε με τους θαλασσένιους ήχους.
Κι αφιέρωνε τα κοχύλια
στου νησιού τα χίλια πνεύματα.
Το κορίτσι με τα μεταξένια φεγγάρια.

Ποιητικό

Κάποιες δυνάμεις, ευγενέστερες,
ας νιώθει κολλημένη
πάνω της αλμύρα,
ας μυρίζει μπισκότο,
το μουρμουρητό
της θαλασσένιας αύρας
τις φέρνει ανάμεσα
σε ουρανό και γη της.
Ποιητικό να θεωρεί
πως μπορούσε να τις εντάξει
σε κάποια περηφάνια της.

Κενό γεμάτο

Ένα ζελέ διαυγές
γεμίζει τον κενό χώρο,
όλα φασκιώνονται με δαύτο,
σα να μπαίνουν σε ποτήρι,
αυτά τα κεριά που από κάτω
μπορεί να ‘χουν κοχυλάκια,
αστερίες και χρώματα βυθού
και το τρεμουλιαστό πανωφόρι τους
τα μετατρέπει σε κεριά στη διάθεση των ανθρώπων,
να λιώσουν τα πάντα μ’ ένα τσακ.
Οι φτερούγες γνέφουν,
ανοιγοκλείνουν με μυστήριο τρόπο
μες στην παχύρρευστη ύλη,
κομψή χύνεται η μνήμη
σ’ επιφάνειες από φίλντισι,
αυτή η τρυφερότητα
που θα ‘λεγες πως είναι ατροφική,
απλώνεται βαθιά μέσα στο διάφανο
και μετά από λίγο, όλα τα πράγματα,
διαμπερώς,
μπαίνουν και βγαίνουν από μέσα μου.