
Γέμισε ο ουρανός
με κόκκινα κεράσια,
οι γλάροι παρατηρούν
το αίνιγμα
και καλύπτουν πάνω απ’ τις στέγες
τα ιερά μας βήματα
και τα δαγκώματά μας.

Γέμισε ο ουρανός
με κόκκινα κεράσια,
οι γλάροι παρατηρούν
το αίνιγμα
και καλύπτουν πάνω απ’ τις στέγες
τα ιερά μας βήματα
και τα δαγκώματά μας.

Όταν βρέχει,
μια γυναίκα με άλικο φόρεμα
μαζεύει από τη νύχτα σταγόνες
και τα λεπτά της μπράτσα
γεμίζουν νερόκαρφα
που πάλλονται και λαμπυρίζουν
και κλείνουν μέσα τους
ατσαλένιες σιωπές.
Νανουρίζεται το αχανές
που τρομάζει τα όνειρα,
δέσμες φωτός χαϊδεύουν
την ύλη της ομίχλης,
μικρά άνθη από αγριομηλιές
στολίζονται με αστρικά διαμάντια
και στο φόρεμά της
γυρίζει τον έρωτα ανάποδα
ο χρόνος.

Εμείς
που γυρνάμε και γυρνάμε
γύρω από σκονισμένο φως,
αφήνουμε το βλέμμα μας να βαραίνει
στα σκοτεινά νερά,
γονατίζουμε σ’ αγκαθωτούς ανέμους,
κόβουμε την ασπλαχνία των θεών
με τα δόντια,
πέφτουνε μεγάλα κομμάτια σήψης,
ό,τι τρώμε τώρα είναι καπνοί,
είναι η γλώσσα του ύπνου
που τρίβουμε επάνω της
αλάτι και δεντρολίβανο,
είναι το αίμα του σκισμένου πελάγους
που αλυχτά για τις νερένιες ψυχές.
Ανήμποροι
να στολίσουμε τη ζωή,
μαλάζουμε το φως του φεγγαριού,
και το βουτάμε λευκά μαργαριτάρια
για να προσφεύγουμε στα βάθη.

Ο κόσμος γλεντά
τη διάλυσή του.
Είμαι δύσπιστη.
Ό,τι έπλασα
αψηφώντας τη γύμνια μου
φωτίζεται από άστρα,
διαβρέχεται απ’ του νερού την ομορφιά
και υπάρχει στους κήπους
με τ’ αγέννητα ρόδα.
Με κοιτάζεις με την όψη
της γαλάζιας βροχής
όλο και πιο λίγο.
Θαρρείς καταλαγιάζει έτσι
το φύσημα που κάνει διάφανες
τις ανάσες μας στο φως.
Τα παπούτσια μας γεμάτα αλάτι
από τα μέρη που περπατάμε από μικροί
μέχρι τις άκρες των χαμένων οριζόντων,
υψώνονται τα βήματά μας
ψάχνοντας την αυγή
που δεν θα έχει φαγωμένο πρόσωπο.

Μια σκοτεινή νύχτα
με αναμμένη βροχή
ονοματίσαμε τις άγριες δυνάμεις,
λύθηκαν με βραχνή φωνή
τα θρύμματα του ακέραιου,
αφουγκράστηκαν
τον λόγο της θάλασσας,
της φυγής και του Πολικού Αστέρα
και σκεπάστηκε το βλέμμα μας
μ’ ελευθερία και σταγόνες.
Σαν να μιλήσαμε για όλα
θα μας καθηλώνουν
τα μαύρα τριαντάφυλλα, οι σιωπές μας.