[Θυμάμαι, θυμάμαι αδιάκοπα…]

Θυμάμαι, θυμάμαι αδιάκοπα
κι ας νομίζει πως ξεχνώ.
Μια μέρα, καθώς πήδησε από τ’ άρμα του,
λαμπύριζα σα δελφίνι,
προσπάθησε με παγωμένα μισοφέγγαρα
να οργώσει κάθε ιριδισμό μου,
για να μην τρέφω, είπε, πια ουράνια τόξα.
Κι ίσως αυτό να μην ήταν μια καλοκαιρινή μέρα,
ίσως και να είχα βγει στον παγωμένο το βοριά,
να ετοιμάστηκα με τα κυρτωμένα μου άνθη
να φύγω
πέρα μακριά,
αλλά τα δάκρυά του ζεστά,
μύριζαν στο πρόσωπο του χίλιες καλές προθέσεις.
Δεν πέθανε τελικά ποτέ στα γόνατά μου.
Τα δώρα του,
καμιά φορά, γρυλίζανε σα λύκαινες σε οργασμό,
έβγαιναν απ’ τα στόματα αβύσσου μπαλωμένης.
Και το δέρμα μου, όλο ροζ τριαντάφυλλα,
το τρύπαγε με το αψύ του χέρι
για να μπολιάζει ανάμεσα μικρές δαμασκηνιές,
να δει αν θα φυτρώσουν.
Η λύπη είναι αμίλητη,
μια μεγάλη σκούρα λιμνοθάλασσα
κι απ’ το παράθυρό μου δε φαίνεται τίποτα.
Έτσι, όπως μου μοιάζει φοβερός,
κοιμίζω μέσα μου, κρυφά, πουλιά.
Συχνά ξεφεύγουν τιτιβίσματα
κι αυτός θυμώνει,
νομίζει πως είναι στο λαιμό μου
και γυρεύει να τα πνίξει.
Ακόμα λίγο και θα το ‘χει καταφέρει.
Ίσως, όταν η ύλη χαθεί,
πυκνή σα μούσα κι απάτητη σα χιόνι
ν’ ακουστώ στις νυχτομέρες να μιλάω
και ν’ αναθρώσκουν τα ορφανά τα γέλια κι οι τρυφεράδες.
Προς το παρόν, ψάχνω στο πάτωμα
κομμάτια ουρανού που λείπουν.

*Αφιερωμένο σε όλες εκείνες…

Βροχή γεμάτη

Βροχή γεμάτη,
να γεμίσει η κούπα μου
να κάνω σπονδή.
Να γεμίσει το στόμα μου
να βγάλω εβένινα γουργουρίσματα
στην ομίχλη,
ένας μικρός ιππόκαμπος
να πηγαινοέρχεται στη γλώσσα μου
και ν’ αναπηδούν στα χαράγματα
τα γυαλιά των κόσμων.
Βροχή λαίμαργη,
μ’ αγγίζει μυρωδιά πατημένων νεραντζιών,
αν το γέλιο είχε μυρωδιά θα ‘παιρνε τη δική τους.
Τραβά το πόδι του
χοντροκαμωμένος φόβος,
μ’ έχει τρυπήσει και χύνω ξαπλωμένους ήλιους,
γελώ και πλαγιάζω μαζί τους
και συντρίβεται η πλαδαρή του σάρκα
πάνω στη σμαραγδένια μου καμπύλη.
Η γη ακούει το γεύμα των σταγόνων,
ώριμη γη, ρουφάει για να τη φάνε.

Ένα μεγάλο δυνατό δένδρο

Η φρέσκια μου σκέψη
βγαίνει μέσα από θρύμματα.
Αναμετρώ τις κορυφές μου,
βγαίνει άρωμα μέντας,
την ώρα που όλοι πίνουν νύχτα.
Το φεγγαρόφωτο σφυρίζει στον άνεμο
το χλωμό κελάηδημά του.
Αν ξυπνούσε η θάλασσα
και κάναμε λογαριασμό,
θ’ απαριθμούσε τα πουλιά
που χάθηκαν την ώρα του σούρουπου.
Κι όλο το δάσος
θα γινόταν ένα μεγάλο δυνατό δένδρο,
να παίζουν τα όνειρα με αλάτι
στα μαλλιά του.

[Η καρδιά μας μπαίνει σε φωτιά…]

Η καρδιά μας μπαίνει σε φωτιά.
Άκου το γέλιο των μικρών ηλιαχτίδων!
Τους διηγιούνται οι άγγελοι
χιλιάδες παραμύθια
και αγαπιούνται με το φως τους το αγνό,
πέρα από κάθε φάγωμα και τόπο.
Πού κουβαλάμε τα πολύχρωμα στόματα;
Σε ποιά βήματα προσφέρουμε γαλήνη;
Είναι τα ποταμίσια τους μαλλιά
του ήλιου ο χορός
και η ανάσα τους αέρινη φρεσκάδα.
Ρέουμε γύρω τους,
σαν ξεφυλλίζουμε τις νύχτες ουρανό,
στις τσέπες στους σα στάζουμε
βροχή μαργαριτάρια.
Με μήλα μέσ’ στα χέρια μας
πολλαπλασιάζουμε τα όνειρα,
ο κόρφος τους να γεμίζει
του γαλαξία τα τρυφερένια άνθη.

[Κουβάλησα από τα μύχια τ’ ουρανού]

Κουβάλησα από τα μύχια
τ’ ουρανού
την αγέννητη βροχή του.
Τη μετέτρεψα στα χέρια μου
σε μικρούς απρόσεκτους
αντικατοπτρισμούς.
Δεν υπάρχει μέσα μου,
υπάρχει,
δε λέει να δύσει
ο ήλιος που μας γέννησε.
Ξεχνάω τ’ ανάγλυφα,
χαϊδεύω σταλαγμίτες στο χώμα.
Γίνονται λουλούδια.
Είμαι.
Ήρεμα.
Ό,τι δεν γνωρίζω ακόμη
είμαι.