Υπερβολή

Ανοίγω τα μάτια,
ο βηματισμός έχει χαθεί,
σιμώνω ένα άγριο απόγευμα
τις ώριμες μέρες.
Μικρόσωμες φλόγες
φτεροκοπούν στον ορίζοντα,
καταπίνουν την υδάτινη επιφάνεια
με τρόπο που χωρίς ίχνος τρόμου,
εγκαταλείπω τη σύγκρουση.
Υπερβολικά τρυφερή,
θα πρέπει να μάθω ν’ αγγίζω
τον χρόνο
μονάχα με τη σάρκα
της ακρίβειάς μου.

[Μιλάει ο ουρανός…]

Μιλάει ο ουρανός,
από το στόμα στάζουν μούρα
και φανερώνονται στα κύματα
στάλες με μαύρα μάτια,
βγάζουν μισή ζωή
κι αφήνουν ελεύθερα
τα μαλακωμένα μυστικά τους.
Παράξενο,
ονειρευόμαστε από τα δέντρα,
μα κατάσαρκα,
με γνήσια πίστη,
χανόμαστε σε μια σκούρα γραμμή,
την ώρα που ένα νησί
χλωρό, κρυστάλλινο,
αγιάζει τα άγρια ύδατα
και η αυγή με βεβαιότητα
σκοτώνει τις εκδοχές μας.

[Ψελλίζω στις αρχινισμένες πτώσεις…]

Ψελλίζω στις αρχινισμένες πτώσεις,
έχουν δική τους δύναμη,
μαζεύονται σαν σταγόνες
κι ό,τι σκορπάει
είναι μυστήριο.
Το μέσα μέρος των αγγιγμάτων
επιστρέφει
στους κόσμους με τα φεγγάρια
και τώρα τα μάτια μας κλείνουν
γύρω από νοτισμένα χρώματα,
όλες οι αποχρώσεις του μπλε
με τα μεγάλα βάθη τους
χύνονται αποφασιστικά
στο χώρο που λάμπει
σε σπασμούς.
Κάθε σκληρότητα
γεμίζει από μικρές θαλασσινές φλέβες,
η έπαρσή της στροβιλίζεται
στα τινάγματα των δέντρων,
σε ζωντανή σάρκα
στέκει η νύχτα αλώβητη
και μια απλότητα της γης
εκθαμβώνει
τα τεντωμένα μάτια μου.

[Από ηλίανθους το όνειρο…]

Από ηλίανθους το όνειρο
μαζεύει τα χρώματά του,
όμορφο δάσος,
ανθίζουν άγριες θύελλες
στα ασημένια χώματά του.

Λεπτά κλαδιά ανάμεσα
λυγίζουν σα δρεπάνι,
το μέτωπο της λήθης μας,
κιτρινόμαυρο,
σμίγει με το φεγγάρι.

Μια γλώσσα που αρθρώνεται,
μια γλώσσα που τραγουδάει,
πετρώνει στο καταχείμωνο,
σε θάλασσα χρυσή,
φιλόστοργη ακουμπάει.

[Ψιθυρίζει ο ουρανός παράξενα πράγματα]

Ψιθυρίζει ο ουρανός παράξενα πράγματα,
σύννεφα με υφή λιωμένου μετάλλου
του δίνουν όψη λερωμένου δρόμου.
Στην περίμετρο της κάθε σκέψης μου
ένας ωκεανός μου πίνει την ανάσα.
Διασχίζουμε σιωπηλοί
την απόσταση των μαύρων βουνών,
βαθιά μέσα στα μάτια μας
ένα ιερογλυφικό
υμνεί την ομορφιά της απλότητας
κι οι ήχοι, ξεχωριστό νερό,
πειραγμένο απ’ το σχήμα των δαχτύλων μας.
Να κατανοήσω τους διάφανους τόπους,
ολόκληρο το βασίλειο
πεντακάθαρα να αναρριχάται
στις γωνιές των άστρων,
κι οι παλάμες μου
να γυρνούν το φεγγάρι στις σκιές του.