[Η αγριοσύνη τ’ ουρανού…]

Η αγριοσύνη τ’ ουρανού
με ζωηρεύει,
διαπερνούν οι σάρκες του το χώρο
με μια ερμηνεία δύναμης,
έχω βγάλει τον αέρα
που έχω μέσα μου κρυμμένο,
για μένα, δεν είναι τίποτα ο γλιτωμός,
βροχή χτυπάει αλύπητα
της νύχτας τον άξονα,
ποιον ήχο να κλείσω απέξω,
κεραυνοί προβλέπουν το σκόρπισμα,
γλείφω τα δάχτυλά μου
με γλώσσα αιώνια,
δεν έχω πείσμα για ό,τι δε ζήτησα,
ίσως και να ‘μαι τελικά
αυτό που σου αρνήθηκα,
ακριβό το πρόσωπο και το αγρίμι
μέσα στο σέβας τους,
σκύβουν επάνω μου, φυλλορροούν,
κάτω απ’ τη ροδιά
μ’ αγγίζει η μυρωδιά βρεγμένης γης
και χωρίς κοπετούς μετουσιώνομαι
απ’ την ορμή των υγρών κρυστάλλων.

[Παρακαλώ να μεταφέρω…]

Παρακαλώ να μεταφέρω
το άσπιλο
και κοιτάζω τον ήλιο
και τιμάω εσένα,
από ποιόν κατατρεγμό
κρύβω το πρόσωπο,
χαϊδολογώ μια λύπη
ρίχνομαι στη στεριά,
χαϊδολογώ τα όνειρα
και μου στάζουν λεπτομέρειες στα βλέφαρα,
τις κινήσεις της θάλασσας,
αλήθεια, δεν τις αντέχεις πιά;
Ένα μέρος μας παρασύρεται,
φεύγει μακριά,
δαγκώνω τον κόσμο
σε χορτάτα κομμάτια
και το κάθε κύμα που έρχεται
έχει μια σαφή απόσταση
από το κοκκινωπό του ορίζοντα,
τα πολύτιμα πράγματα
δεν έχουν θέση συνηθισμένη,
σε χρυσαφένια ώρα
μικρά τρωκτικά κατασπαράζαν τα θάματα.
φυσάει εκεί που ασκητεύαν τα μάτια μας,
επίμονα μέσα μου ανοίγει ένα ρόδο,
η αστροφεγγιά καταδύεται,
αντιλαμβάνεσαι τ’ αντίθετα
στης νύχτας το φάγωμα;

[Καλώ τα κύματα…]

Καλώ τα κύματα,
υμνώ το αρχαίο
που ανυποψίαστη
άγγιξα τριγύρω.
Θ’ αρχίσει να φυσά
ο ουρανός
μέσα στα μάτια μου,
θα εξαργυρώσω
το μαρτύριο της Σελήνης
και θ’ αναπνέω άδετη
από τους κόσμους
των νερένιων κύκλων.
Ατελείωτα οι αισθήσεις
σχηματίζουνε το βλέμμα σου.
Στο τέλος του δρόμου,
θ’ αλλάξουμε τον άνεμο,
μα μη φοβάσαι,
τρυφερά σού φύτευα
κάτω απ’ τη θάλασσα,
μισόκλειστα, τα ρόδα.

[Θέλω να περισώσω τα όνειρα…]

Θέλω να περισώσω τα όνειρα
από τις φωτιές,
να τα τυλίξω με τη γλώσσα μου
με φύλλα ασημιά,
να τρεμουλιάζουν, ν’ απλώνονται
και να πετούν στιλπνά μεσ΄ στη θαμπάδα.
Μα είναι το στόμα μου τραχύ και κοφτερό,
πέταλο πέταλο τ’ απογυμνώνει
και σκύβει ο άνεμος ψαχουλευτά
να δοκιμάσει της σκοτεινιάς το διαρκές.
Ανορθωμένα απομεινάρια, σαν γκρίζο μάρμαρο,
επίπονη αλλοτρίωση
για να εξηγείς χιλιάδες χρόνια,
και μια στάχτη-ωκεανός απλώνεται
από κάτω μας.
Εκλιπαρούν τα μάτια μου
την ξεχασμένη ομορφιά,
τις μελωδίες στις άκρες του κόσμου
με τα λουλούδια τα μοναδικά μπηγμένα μέσα,
εκλιπαρούν τα μάτια της ελπίδας,
εκείνα που θα γινόταν ανέμελα,
για να χωθούν χρωματιστά,
χωρίς ταυτότητα,
βαθιά μας.