[Αφήνω να τρέξει ο ήλιος…]

Αφήνω να τρέξει ο ήλιος
και μετά τον παίρνω στο στόμα μου,
φωτίζω μ’ αψεγάδιαστη γύμνια
τα ζαχαρωμένα λουλούδια,
ως να ξεδιπλωθούν
στα ερειπωμένα της μέρας
οι ριζωμένες θεότητες
που λαμπυρίζει το κόκκινο μαγνητικά
στα κεφάλια τους,
κι εγώ, υπάκουη στα σημάδια,
να χαιρετήσω με κάθε τυφλότητα
τη φουσκωμένη τους δύναμη
και να πιω λαχταρώντας
ανάκατες διαμαντένιες σταγόνες
που έχυσε πάνω τους ξεδιάντροπα
ο ουρανός απ’ τα χείλη του.
Πετάγεται πορφυρό χρυσάφι
και μου γλυκαίνει τα βλέφαρα.
Ο βόμβος των μελισσών αναδύεται
και μεθά τα ερέβη,
μέχρι εκεί ονοματίζομαι
και σμιλεύω στα χέρια μου
την κάθε σιωπή.

[Η αγριοσύνη τ’ ουρανού…]

Η αγριοσύνη τ’ ουρανού
με ζωηρεύει,
διαπερνούν οι σάρκες του το χώρο
με μια ερμηνεία δύναμης,
έχω βγάλει τον αέρα
που έχω μέσα μου κρυμμένο,
για μένα, δεν είναι τίποτα ο γλιτωμός,
βροχή χτυπάει αλύπητα
της νύχτας τον άξονα,
ποιον ήχο να κλείσω απέξω,
κεραυνοί προβλέπουν το σκόρπισμα,
γλείφω τα δάχτυλά μου
με γλώσσα αιώνια,
δεν έχω πείσμα για ό,τι δε ζήτησα,
ίσως και να ‘μαι τελικά
αυτό που σου αρνήθηκα,
ακριβό το πρόσωπο και το αγρίμι
μέσα στο σέβας τους,
σκύβουν επάνω μου, φυλλορροούν,
κάτω απ’ τη ροδιά
μ’ αγγίζει η μυρωδιά βρεγμένης γης
και χωρίς κοπετούς μετουσιώνομαι
απ’ την ορμή των υγρών κρυστάλλων.