Ρήγμα

Στο νησί που πατώ
έχει σκαλισμένα μυστικά,
τρίβεται στο δέρμα μου
άμμος και γαλάζια φύλλα.
Διψώ, μαθαίνω τη δροσιά του νερού,
το στόμα μου γεμίζει ζουμερά ροδάκινα,
έχουμε χρόνο να μισανοίξουμε τα βλέφαρα,
ψιθυρίζω στη θάλασσα
τρεις λόγους που με κάνουν να γελώ,
γελούν όλα μου τα κομμάτια
και μετά σκορπίζονται,
κατεβαίνουν στα βαθιά
και περιμένουν να τ’ ακουμπήσει το φως.

Στην άλλη άκρη
εξουθενωμένες ψυχές
κολλούν στο τσιμέντο,
καίγονται απ’ τη μανία του ήλιου,
έχουν να διηγηθούν μικρές αλήθειες
μα το νερό παντού γέμισε πέτρες,
μεγάλες αδίστακτες πέτρες,
στέκονται πάνω τους με συρμάτινα μάτια,
ψιθυρίζουν στη θάλασσα αφάνειες
χωρίς γλώσσα και χέρια,
αφουγκράζομαι τη γη,
πόσο λάθος ονειρευόμαστε
γύρω από την καρδιά της.

Ένα καλάθι με αστέρια

Βλασταίνει ξανά και ξανά
το λουλούδι στο χρόνο
με τις ασημένιες πληγές.
Τα μάτια μου, συλλογίζομαι,
βλέπουν πάντα το ακατόρθωτο,
στο νησί με τα ζωηρά όνειρα
και τους ανέμους απ’ τις νότιες θάλασσες
αφήνω ένα καλάθι με αστέρια,
αυτά των παιδικών μας χρόνων,
να φτερουγίζουν στις νύχτες
να σου θυμίζουν τις ευχές σου,
ν’ αλαφραίνουν τα χρόνια σου,
να ερμηνεύεται πορφυρή, τρυφερή,
δροσερή και γαλάζια
η πνοή σου
σε κάθε ανατολή,
να σκορπούν τα βήματά σου
μελωδίες από τα πέλαγα ως τ’ ακροθαλάσσι,
κι άναρχους ροδανθούς
σ’ όλα τα μονοπάτια.