Μυρίζεις μπισκότο

Αγκαλιά, της λέω,
μυρίζεις μπισκότο, απαντά παιχνιδιάρικα.
Πότε μύριζε εκείνη καραμέλα και μπισκότο,
τότε, που μου ‘δωσε τον ρόλο της μάνας.
Τί μυρωδιά να ‘χα σαν έδωσα τον ρόλο
στη δική μου, συλλογίζομαι.
Στο δωμάτιο τα παλιά σημάδια
παίρνουν σχήματα αστερισμών,
ανοίγουν στις γωνιές
μικρά λευκολούλουδα,
ο χώρος όλος πλεγμένες ρίζες,
κρυσταλλάκια χιονιού
και χρυσά φτερουγίσματα.
Έξω βρέχει.

[Περιστρέφονται τα όνειρα…]

Περιστρέφονται τα όνειρα
γύρω από τις αμυγδαλές
ενός κόκκινου θεού,
να πασπαλίσω τον χώρο λουλούδια
να μην υπάρχει τίποτα γραμμένο
από την άλλη πλευρά τ’ ουρανού,
μόνο οι ώρες
των πουλιών με τ’ απλωμένα χέρια,
οι ζώνες του ήλιου
σαν συναντούσαν το νερό,
φλέβες που στην άκρη του μυαλού
θώπευαν μνήμες.
Ανάμεσα σε κρέμα και σύννεφα
η φωνή σου ανολοκλήρωτη
σε διαμαντένιους ψιθύρους,
μεταλλάσσεται η αμμουδιά μπροστά στη θάλασσα.
Αναπνέω ακόμη χρυσάφι.

Με μέλι και πετιμέζι

Σ’ ένα φως και άλλο φως
τα σχήματα γίνονται πουλιά,
άνεμος ξεφυλλίζει τα μάτια μου,
από δικό σου χάδι
πολύχρωμα λουλούδια,
από δικό σου νοιάξιμο
αστέρια και καλούδια,
μπόλιαζες με υπομονή
λόγια της καλοσύνης
κι ανάμεσα στα περβόλια σου
άνθη, ζώα και ρίζες.
Γεμίζει η νύχτα λεπτοκαμωμένες
ολόλευκες δαντέλες,
γεμίζει η μέρα
ηλιόμορφες σιωπές σου,
να σεργιανούν στα σύννεφα
τα αλατένια πόδια σου,
κι ώριμα τρίμματα σταχυού
μέσα στα δάχτυλά σου,
να χύνονται απ’ τις μνήμες μας
μικρά χρυσά βουνά,
λεπτά δεντράκια με ελιές,
γλυκό κυδώνι
και ‘κείνο το αφρατοζύμαρο
που ‘τρεχε από τα μπράτσα σου
κι έπλαθε θαύματα
με μέλι και πετιμέζι,
βαστώ χρώμα ροδόχρωμα
κι όλες σου τις αχτίνες
να γράφω για τον κόσμο απαλά
και να κουβαλούν τα χέρια μου
μαζί και τις ευχές σου.

[Δεν βρίσκεσαι…]

Δεν βρίσκεσαι,
τα μάτια σου σκούρα περιπλανώμενα άστρα,
φυσάει δαντελωτά,
άγριες τουλίπες σε χρώμα πορφυρό
στέκουν με τα κοτσάνια τους
άγρυπνοι φρουροί,
μπορεί και να μου ‘σφιξαν για πάντα
μες στη σάρκα τους τις μνήμες,
τρεμοπαίζει το φως,
ξεριζώνω σαν αγριόχορτο
το σκοτάδι απ’ τη ρίζα.

Δεν βρίσκεσαι,
κάτι φύλλα σαλεύουν στον αγέρα,
τα χέρια σου τα χάζευα πολύ μέσα στον χρόνο,
άνθη του εβένου σημαδεύουνε την ώρα,
πλημμυρίζει ο κόσμος βροχή,
μα η άνοιξη τιμά με τις κόρες της
το γέλιο του ήλιου,
όλα δίπλα απ’ το ποτάμι
κι από παντού ευωδιάζει χαμομήλι γλυκό.
.
.
22.7.1932 – 16.3.2025 🕯️