[Αφήνω να τρέξει ο ήλιος…]

Αφήνω να τρέξει ο ήλιος
και μετά τον παίρνω στο στόμα μου,
φωτίζω μ’ αψεγάδιαστη γύμνια
τα ζαχαρωμένα λουλούδια,
ως να ξεδιπλωθούν
στα ερειπωμένα της μέρας
οι ριζωμένες θεότητες
που λαμπυρίζει το κόκκινο μαγνητικά
στα κεφάλια τους,
κι εγώ, υπάκουη στα σημάδια,
να χαιρετήσω με κάθε τυφλότητα
τη φουσκωμένη τους δύναμη
και να πιω λαχταρώντας
ανάκατες διαμαντένιες σταγόνες
που έχυσε πάνω τους ξεδιάντροπα
ο ουρανός απ’ τα χείλη του.
Πετάγεται πορφυρό χρυσάφι
και μου γλυκαίνει τα βλέφαρα.
Ο βόμβος των μελισσών αναδύεται
και μεθά τα ερέβη,
μέχρι εκεί ονοματίζομαι
και σμιλεύω στα χέρια μου
την κάθε σιωπή.