[Περιστρέφονται τα όνειρα…]

Περιστρέφονται τα όνειρα
γύρω από τις αμυγδαλές
ενός κόκκινου θεού,
να πασπαλίσω τον χώρο λουλούδια
να μην υπάρχει τίποτα γραμμένο
από την άλλη πλευρά τ’ ουρανού,
μόνο οι ώρες
των πουλιών με τ’ απλωμένα χέρια,
οι ζώνες του ήλιου
σαν συναντούσαν το νερό,
φλέβες που στην άκρη του μυαλού
θώπευαν μνήμες.
Ανάμεσα σε κρέμα και σύννεφα
η φωνή σου ανολοκλήρωτη
σε διαμαντένιους ψιθύρους,
μεταλλάσσεται η αμμουδιά μπροστά στη θάλασσα.
Αναπνέω ακόμη χρυσάφι.

[Σε μια επικράτεια…]

Σε μια επικράτεια
που μπορώ και αφήνομαι
πέρ’ απ’ τις πράξεις,
πέρ’ από τα λόγια και τ’ αμίλητα πράγματα,
ζεσταίνω αιωρούμενα σωματίδια
που ξεπηδούν από ομορφιά και θάνατο,
τα ενώνω με τη σκοτεινή δίψα του ήλιου
και ψηλαφίζω το βαθύ σου αποτύπωμα.
Να με σκορπάς με τις κρυμμένες φτερούγες
τελειωτικά
όπως με κάνεις να γελώ.
Ρίχνω με τα κλειστά μου μάτια
ασύνταχτη βροχή,
την ώρα που αγκαλιάζω
το αίμα σου.

[Μέσα στα μάτια σου…]

Μέσα στα μάτια σου
μικρό ελάφι,
πλάι στα φυλλώματα
στέκει ακίνητο
και οι βελανιδιές
ψαχνίζουν την καρδιά του.
Μέσα στα μάτια σου
του αγριμιού ο ίσκιος
και τα πνεύματα της θλίψης
στήνουνε χορό.
Σε μια αγκαλιά
βύθισα τ’ άστρα μου,
για να σου κλείνουν στο σκοτάδι
τις πληγές.

[Καλώ τα κύματα…]

Καλώ τα κύματα,
υμνώ το αρχαίο
που ανυποψίαστη
άγγιξα τριγύρω.
Θ’ αρχίσει να φυσά
ο ουρανός
μέσα στα μάτια μου,
θα εξαργυρώσω
το μαρτύριο της Σελήνης
και θ’ αναπνέω άδετη
από τους κόσμους
των νερένιων κύκλων.
Ατελείωτα οι αισθήσεις
σχηματίζουνε το βλέμμα σου.
Στο τέλος του δρόμου,
θ’ αλλάξουμε τον άνεμο,
μα μη φοβάσαι,
τρυφερά σού φύτευα
κάτω απ’ τη θάλασσα,
μισόκλειστα, τα ρόδα.

[Έξω από φως εμφανής…]

Έξω από φως εμφανής,
σα να μαντεύω
το φεγγάρι.
Δεν ακούω άλλη αίσθηση,
δύει και στάζει σκιές.
Σε γαλάζια σημεία
κελαρύζεις,
κόσμος αιώνιος,
μα ολόισια στο βλέμμα μου
σε γύρεψα
γεμάτη χυμούς και γέλια
και κόκκινη τρέλα.
Να σε ξαναπλησιάσω
ανοιχτή
γεμάτη φωνήεντα,
ή να μπω ως στο στήθος
στο ασημένιο κενό;