Ρήγμα

Στο νησί που πατώ
έχει σκαλισμένα μυστικά,
τρίβεται στο δέρμα μου
άμμος και γαλάζια φύλλα.
Διψώ, μαθαίνω τη δροσιά του νερού,
το στόμα μου γεμίζει ζουμερά ροδάκινα,
έχουμε χρόνο να μισανοίξουμε τα βλέφαρα,
ψιθυρίζω στη θάλασσα
τρεις λόγους που με κάνουν να γελώ,
γελούν όλα μου τα κομμάτια
και μετά σκορπίζονται,
κατεβαίνουν στα βαθιά
και περιμένουν να τ’ ακουμπήσει το φως.

Στην άλλη άκρη
εξουθενωμένες ψυχές
κολλούν στο τσιμέντο,
καίγονται απ’ τη μανία του ήλιου,
έχουν να διηγηθούν μικρές αλήθειες
μα το νερό παντού γέμισε πέτρες,
μεγάλες αδίστακτες πέτρες,
στέκονται πάνω τους με συρμάτινα μάτια,
ψιθυρίζουν στη θάλασσα αφάνειες
χωρίς γλώσσα και χέρια,
αφουγκράζομαι τη γη,
πόσο λάθος ονειρευόμαστε
γύρω από την καρδιά της.

[Συσσωρεύεται η ιστορία…]

Συσσωρεύεται η ιστορία
μετά τα μεσάνυχτα,
σε κάτι μικρά, ανολοκλήρωτα σχέδια.
Μ ένα ξαφνικό πέταγμα γλάρου
ζωντανεύουν στον ουρανό
μικρές αλήθειες,
τυλίγουν – σαν ώριμος ψίθυρος – τα σχήματα.
Ο σαματάς μου πλαγιάζει
και κρύβει το πρόσωπό του
στο μαξιλάρι με το γαλάζιο μετάξι.
Απ’ τα έγκατα του σώματός μου
ακούω τις μελωδίες,
που διαταράσσουν τη λήθη
και μια άλλη γλώσσα,
που δεν γνωρίζω
κι όμως σου τη μιλώ από πάντα,
σου διηγείται απαλά
για τα σινιάλα και τ’ άστρα.

[Είναι ένα πλοίο…]

Είναι ένα πλοίο,
θαρρώ κουβαλά μαζί και τη φωνή σου,
το παίρνει ο άνεμος όλο και πιο μακριά,
αρματώνει μ’ αυτό που στάζει
από το καλοκαιρινό προσκεφάλι,
τα σκοτεινά παιχνίδια του νερού
τραβούν το φως του αποσπερίτη,
είναι ερημιά η ησυχία
ή μήπως είναι η γαλήνη των δασών,
μισανοίγω απαλά το όνειρο,
το σεληνόφως ακουμπά ευλαβικά
στα τραύματα και τις ρωγμές σου,
σου μιλώ κελαριστά,
όπως πατούσαμε ανάμεσα στα αστέρια,
σβήνει η σκόνη γύρω απ’ τα χείλη σου,
μεθώ με της τριανταφυλλιάς
το λυτρωτικό εκτίναγμα,
ξέχειλη η ευωδιά ενός ρόδου
ανακατεύτηκε με το βρεγμένο χώμα,
καθρεφτίζω στους ίσκιους
το ανόθευτο χιόνι,
καθρεφτίζω στο ρυάκι
την ανάσα απ’ τα ελάφια μου,
διασχίζω αιώνες
κι ανθίζουν οι θάλασσες,
επιστρέφω εκεί που σου μιλώ για τα πουλιά
και σου λέω να προσέχεις,
έχε το νου σου στα σύννεφα
και στην καρδιά σου
ν’ αναψοκοκκινίζουν με γέλιο τα παιδιά,
στα χέρια μου ανεβοκατεβαίνει
η στάθμη του κόσμου,
τεντώνω τους ήχους του
για να μπορώ να ακούγομαι,
μέσα στο στόμα μου στριφογυρνώ εποχές
και παιχνιδίζω με τους λύκους και τις ανεμώνες,
αν ήμουν αλληγορία θα σου ζωγράφιζα το κάθε τέλος
γαλάζιο και κίτρινο,
χρυσαφίζουν οι μύθοι μας σε άγρυπνα βλέφαρα,
σιωπώ γεμάτη με ήλιο και βροχή,
μα ξέχασα, εγώ σου γράφω
πάντα με το σώμα.

[Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους]

Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους
κι έβγαινε απ’ τ’ αστέρια μουσική.
Γλυκομίλητη μια μέλισσα
ανακάτωνε τον λογισμό μου,
πότιζα μυστικά τα ξέσκεπα παρτέρια,
να μπολιαστούν μικρές χαρές
στα σωθικά της γης μου,
να λαμπυρίζει γύρω τ’ όνειρο
κι οι φλέβες του πελάγους,
να κρατηθεί θεϊκό το φως
στ’ αυριανά μας μονοπάτια,
γαλάζιο ν’ αντηχεί νερό
και μια μαγεία αλλόκοτη
να μας φιλά στα μάτια.