
Κρυστάλλινη
ακουμπώ τους χίλιους δαίμονες,
τους ντύνω
με λεπτά, σεληνιακά ενδύματα,
ψίθυροι αγγίζουν
τις άκρες της αυγής,
εκείνη δε βιάζεται, χαμογελά,
το τελευταίο ασήμι
θα το σταλάξει
μέσα στο ρόδο μας.
Μικρές διαυγείς σιωπές
τρώνε απ’ την αρχή
τα όνειρα,
τα δέντρα ανταμώνουν
με το φως.
Ποιος βαδίζει απ’ τους ωκεανούς
και μπαίνει σε κήπους;