[Επικαλούμαι…]

Επικαλούμαι
τον οισοφάγο της ασφάλτου,
τη νυχτώδη ένσταση,
τις τρεχάλες του χρόνου
γύρω από τα χείλη μας,
τα παλέματα τ’ αληθινά,
όταν νιώθαμε τα πράγματα
και μας δρόσιζαν τ’ άστρα.
Κι αυτή η μυρωδιά της άνοιξης
που φουσκώνει,
γίνεται απ’ την αρχή πατρίδα μου,
με περιμαζεύει
από ρευστούς κισσούς και θάλασσες
και χωματένια δάση.
Ακουμπώ στα μάγουλα της σιωπής
κρασάτες ανεμώνες,
γίνονται φωνή,
γίνονται όργωμα.

[Ό,τι δεν γίνηκε λόγος…]

Ό,τι δεν γίνηκε λόγος
ήταν γραφή σε γαρυφαλλένια ξυλάκια,
συλλαβές αρχαίες, για το ταξίδεμα και μόνο.
Οι αισθήσεις που έχουν ξοπίσω τους
το μουγκρητό της θάλασσας
και τη σκιά της αλκυόνας
μπαίνουν ανάμεσα στα γρανιτένια καλντερίμια,
ανθίζουν σε ακατοίκητα βάθη.
Ένας νοτιάς μας σηκώνει στα χέρια
και μας επιστρέφει στα έντερα του γαλαξία.
Αιμοσταγής ο χρόνος
ψαχουλεύει στα πλευρά μας
τους πίδακες με τα χρυσαφένια φωνήεντα,
οδοιπορούμε, χωρίς ορισμούς
γεμίζουμε τον ουρανό με τα χείλη μας
και μια άνοιξη μικρή ανοίγει τα μάτια.