
Μη μιλάς.
Το μονοπάτι ασημίζει ατάραχο.
Άφηνε τα δέντρα γυμνά,
ν’ αγγίζουν με τους ίσκιους τους αβρά
τις γλώσσες του φθινοπώρου.
Ν’ αγκαλιάζει τις όψεις του χρόνου
η καρδιά σου
κι ολόφωτο το πρόσωπό σου
να ξαναβγαίνει στο νερό.

Μη μιλάς.
Το μονοπάτι ασημίζει ατάραχο.
Άφηνε τα δέντρα γυμνά,
ν’ αγγίζουν με τους ίσκιους τους αβρά
τις γλώσσες του φθινοπώρου.
Ν’ αγκαλιάζει τις όψεις του χρόνου
η καρδιά σου
κι ολόφωτο το πρόσωπό σου
να ξαναβγαίνει στο νερό.

Κρυστάλλινη
ακουμπώ τους χίλιους δαίμονες,
τους ντύνω
με λεπτά, σεληνιακά ενδύματα,
ψίθυροι αγγίζουν
τις άκρες της αυγής,
εκείνη δε βιάζεται, χαμογελά,
το τελευταίο ασήμι
θα το σταλάξει
μέσα στο ρόδο μας.
Μικρές διαυγείς σιωπές
τρώνε απ’ την αρχή
τα όνειρα,
τα δέντρα ανταμώνουν
με το φως.
Ποιος βαδίζει απ’ τους ωκεανούς
και μπαίνει σε κήπους;

Γκριζόλευκη νύχτα,
ψηλαφίζω ακριβώς εκεί, στην άκρη,
τους πόρους της,
σηκώνεται ολόρθια,
με το στόμα της γυρεύει να με ρουφήξει,
στην ασυλία της βροχής ξεχειλίζουν τα μάτια μου.
Τί με πόνεσε απόψε;
Τα πρόσωπά μου όλα τα είχα φυλαγμένα,
τα δέντρα καθρεφτιζόνταν στα νερά,
κοντά μακριά
μου μίλησε εν’ αστέρι.

Λύσσαξαν οι λέξεις,
ομόηχες,
τις πέταξα σαν κοχύλια.
Κάποιο σημάδι στον ουρανό
ανεβαίνει ακόμη επάνω μου.

Χίλιες εικόνες στο πέλαγος
και γω επέλεγα ευλαβικά
τη σιωπή.
Ένα αραξοβόλι
οι καρδιές μας αγνές,
τ’ ανθρώπινα σώματα
που πιαστήκαν απ’ το φως,
αλλάξαν στην τροχιά του φεγγαριού
και την πνοή μας.