Σπείρα.
Προς τα πάνω ή προς τα κάτω
μη τρελαίνεσαι
όλα δε θα τα ξέρεις
όσο διαρκεί η στροφή της
άνοιξε
άνοιξε κι άλλο
γύρε πίσω
άπλωσε τα χέρια
και αν είναι να πέσεις σύντομα
πέσε πετώντας.
Οι λύκοι
από κάτω ας γρυλίζουν.

Σπείρα.
Προς τα πάνω ή προς τα κάτω
μη τρελαίνεσαι
όλα δε θα τα ξέρεις
όσο διαρκεί η στροφή της
άνοιξε
άνοιξε κι άλλο
γύρε πίσω
άπλωσε τα χέρια
και αν είναι να πέσεις σύντομα
πέσε πετώντας.
Οι λύκοι
από κάτω ας γρυλίζουν.


Τα νερά της νύχτας πηδούν,
απλώνουν μυριάδες κόκκους
σε ανήσυχα κλειστά βλέφαρα,
γρατζουνίζουν πόρτες
και σώματα με υποψία σφυγμού.
Που και που
ξεπηδά έντρομο
κανένα γαλαζωπό όνειρο.

Με ανάβεις και με σβήνεις
σαν άστρο.
Πρόλαβες τουλάχιστον
να κάνεις μια
τελευταία ευχή?

Σε μια ησυχία που ουρλιάζει
προσπαθεί η πόλη να κοιμηθεί.
Πέτρες πέφτουν απ’ το όνειρο,
γέμισε ο ουρανός ηφαίστεια.
Ανεξερεύνητες λάβες
ή θα γεννήσουν τριαντάφυλλα
ή θα βουλιάξουν.
Και σήμερα.
Χαϊδεύοντας ανεστραμμένους θρήνους,
μαζεύω φως ηλίου σε άπατο βυθό,
μουγκρητά
και μπλαβιασμένα κομμάτια θάλασσας.
Τα πλάθω με ροδοπέταλα
και σπέρνονται κάτω απ’ τη γλώσσα μου
κρουσταλλάκια και αναπνοές.
