Κάθε συσχετισμός ανατρέπεται. Είναι μεστή η αποτίμηση μιας αγκαλιάς, ενός τόπου, μιας εκδοχής γραμμικής ή μιας ενεργητικότητας. Ανοιχτόχρωμη προοπτική εμβαθύνει το γυμνό που χύνει μωβ αστρανθάκια, λευτερώνει τον αφανισμό από την οχλαγωγία μου, σταγόνα σταγόνα αποσυντίθεμαι πολλαπλασιάζομαι μεγαλόπρεπα.
Κυριακή. Συννεφιά. Πιο μετά με φοβάμαι. Τώρα θα πλάσω κουλουράκια, να μυρίσει γύρω μου ξύσμα πορτοκαλιού και σύννεφου. Και γέλιο παιδικό. Μη σκιάζεσαι. Τρώγε!
Αλλόκοτα σχήματα, η συμμετρία ποτέ δε μου άρεσε ιδιαίτερα, μοιράζονται χιλιόχρωμες οι απηχήσεις, σφίγγω τους καβγάδες σαν ρώγες ασημένιου σταφυλιού, να ρουφούν οι κρατήρες μου του φεγγαριού τη χλωροφύλλη. Διατρέχει, ένδυμα διαυγές ό,τι μ’ αγγίζει.
Σήμερα γεννήθηκαν τρία μωρά. Οικεία. Πόσο φοβερή σύμπτωση την ίδια μέρα, πόσο ανείπωτο θάμα η έλευσή τους. Για λίγο ζωγράφισα μονοκοντυλιά τη χαρά στο πρόσωπό μου. Ξέχασα κάθε τι άλλο και, ξέρεις κάτι, ήταν ελεύθερα να αντικρίζεις έτσι, χωρίς δρεπάνια τη ζωή. Ελλοχεύουν όλες οι σκέψεις μου, κι, ίσως, όσων εδώ μέσα με διαβάσουν, πιθανότατα να μου χιμήξουν πιο μετά και μάλλον ο λογισμός μας δυσκολεύεται ν’ αναγνωρίσει, όσο πάει, πότε είναι μέρα και πότε νυχτώνει, τι προκοπή να κάμουμε με τόσο ηλιοστάσιο, με τόσο φέγγος και τόσους λυγμούς, τόσο αρχιπέλαγος και περπατάμε με περίστροφα γεμάτα μη τυχόν και μας σημαδεύουν, ενώ το μόνο μολύβι που θα ‘πρεπε να κοιτάμε είναι αυτό στο χαρτί και στη θάλασσα, βρέχει, να γράψουμε στάλες, να πατήσουμε πάνω τους να γίνουν γουρνίτσες θεότρελες κατάχαμα. Ξεπατώνω τσεκούρια, μυρίζω βιολέτες, λίγο κρασί με σταφύλι να μεθά το μακελειό, η όψη αλάτι και από πάνω ως κάτω υπάρχω, ονοματίζομαι φυσητή, σήμερα, τι μαγεία, τρία πλάσματα έφτασαν στη γη. Και όλα τα αινίγματα γελούν τρυφερά στην ελπίδα.