Αρχαίο βάδισμα

Ανοίγει τα μάτια της διάπλατα,
αστραφτοβολά το βλέμμα
ανάμεσα απ’ τα μαύρα κεράσια,
αποκαλύπτεται εμπρός της
εκείνος ο συνδυασμός
που ξεπερνά τις ξύλινες γλώσσες,
το πουπουλένιο της πρόσωπο
κελαηδά με τα πουλιά,
ξαναμαζεύει τις δυνάμεις της ανθρωπότητας
πίσω από το αυτί της,
ρόδινη θάλασσα βαλσαμώνει τον ήλιο,
αράγιστη ελλοχεύει η σιωπή
να επιστρέψει στο ασήμι,
στου φεγγαριού το δυνάμωμα,
στου δάσους την άπληστη γνώση.

Και προχωρά
στα χείλη της φωτιάς,
ωριμάζοντας τους προγόνους.

.

Αναγνώσεις

Ελεγεία

Φρεσκοπλένει
η βροχή τις προθέσεις
των άστρων,
μα γω εξωφρενικές θαρρώ
τις αναγνώσεις απ’ τα πατήματά μου,
όταν, κατάψυχρα,
σηκώνουν τα μάτια σε τοπίο άγριο,
χωρίς να μπαίνουν με μεγάλες δρασκελιές
στα λέπια της σάρκας
κάθε ξημέρωμα.
Στ’ ακροθαλάσσι, μου λες γελώντας,
στις κρύπτες μου σε υμνώ,
απρόσεκτη, αθώα,
νιώθω με το βλέμμα την εξουσία της άρπας
κι η καρδιά του δάσους
μαδώντας πούπουλα μενεξεδένια
αποσαφηνίζει το λίκνισμά μου,
μισοκοιμισμένη
βυθίζω το χέρι σ’ εναρμονισμένη
παρείσδυση
και τρέχει απ’ τα δάχτυλά μου
ο πίδακας που ξεβιδώνει
τη θέση της ύλης,
η θάλασσα κυκλώνει
κι αξιαγάπητος κουβαλάς
σα γλάρος στο στόμα
τα πανιά απ΄τα παραθύρια,
γκριζοπράσινος άνεμος
ξεφυσά στα μαλλιά μου
κι εκείνο το κίτρινο
ακόμα σφύζει.
Μια ελεγεία ανακινεί
την πληρότητα.

Απόκρυφη αιωνιότητα

Δε βρίσκω αναπαμό σε θύμησες,
τα κλωναράκια δυόσμου
περνούν από μέσα μου
σαν πράσινο μολύβι,
ξεκίνησα και λαξεύω
και στην ανατολή του φεγγαριού,
τα φυτεμένα όλα θα τυλίξουν
τις γρανιτένιες ρίζες τους
σε γάγγλιο με σχήματα μπλαβένια,
μοσχοκάρφια μπήγονται στις φλέβες
κι αυτές αλλάζουν χρώμα,
ο ήχος τους παντελονάκι κόκκινο
που κουδουνάνε μες στις τσέπες τους
μικρά τα άγρια άστρα.
Σφυρίζει ο αέρας πυρωμένες μπουκιές
και νεφελώματα διογκώνονται,
λασκάρουν αμφιπέλαγα οι ανάσες,
αντιλάμπουν δέος,
σα λευκό απάτητο χιόνι,
σαν ασημοστόλιστη του φεγγαριού γυαλάδα,
σε τούτα τα φτερά
υποκλίνομαι.