Μετέωρη

Κατέχω λόγια
στο λαιμό,
όλα περιστρέφονται
χωρίς να λαθεύουν.
Με το νερό
βηματίζω αλλιώς.
Δύστροπα άστρα
με βουτούν ασύμμετρα
και στον κάθε χώρο
στάζω απ’ τα βάθη
των ονείρων.
Μυρωδιά άσπρου αφρού
τυλίγεται
στο μετέωρο πόδι μου.
Γελώ. Στραφταλάκια
μαγεύουν ακόμα.

Η μεγαλύτερη νύχτα

Η πολιτεία που νυχτώνει
πήρε να χιονίζει τα όνειρα.
Απαλό σκέπασμα
γυρεύουν απόψε οι ανέμοι.
Για να ‘χουν ν΄ ακουμπούν
οι ώμοι μια τρυφεράδα
και τα μάτια να ενώνουν
τις γραμμές ανάμεσα
στα φεγγάρια
και τις πέτρινες σιωπές.
Στο χρώμα του νερού
περπατά η μεγαλύτερη νύχτα.
Η αυγή φυλά για να κυκλώσει
τα πέλματα με κόκκινες γραμμές,
μην τύχει και σκορπίσουνε μακριά
οι κόψεις οι ανεπαίσθητες.
Φύσα, τρεμάμενη μεστή ανάσα,
σε κείνους τους ουρανούς
που αλλάζαμε παιδιά,
θα τρέχει πάντα μνήμη.

[Έναν τόπο με την αθωότητα των βουνών]

Έναν τόπο
με την αθωότητα των βουνών,
γύρευέ μου,
για να ‘χω κίνητρο
να σπάω με αστέρινα φυσήματα
τη σιωπή
απ’ την πέτρινη κοίτη
και να φυτρώνουν,
ανάμεσα από ξεφλουδισμένες αντοχές,
ακατάστατα όνειρα.

Ελάτινη

Δέντρα χρυσά,
στα γόνατά τους
ακουμπώ τη γαλήνη.
Τα τρυφερά σώματα
του σκοταδιού ξυπνούν
και προσφέρουν γύρω τους
χώρο.
Γλιστρά σαν καλοκαίρι
η ψωμωμένη ελάτινη μυρωδιά
πάνω απ’ το δέρμα μου.
Μαζεύω με μυστικότητα
κάτι κονκάρδες του φεγγαριού,
τις ακουμπώ στις φλέβες τ΄ ουρανού
κι αυτές κοιτούν χωρίς ντροπή
το σημείο που ενώνει την αρχή με το τέλος.
Σκύβω φιλώ
το στόμα του σύννεφου,
πάνω σε κάθε ανέμισμα
αστράφτουν πιστά πεφταστέρια
κι η λάμψη του ορίζοντα
ενώνει το μωβ με το έναστρο γέλιο.

Σημειώματα

Πολυπέταλα λουλούδια
με αποχρώσεις δειλινών.
Kολλούν πάνω στο δέρμα
βρεγμένη φωτιά.
Η φλούδα μου
χτίζεται ξανά.
Σαστίζει η ησυχία,
πάνω στο μέτωπό της
στιγμές από τ’ άπειρα βάθη.
Κι η μέρα αφήνει παντού σημειώματα.
Να επιπλώσω τα δάση με πηγές.
Να γλιστρήσω στη φωλιά.
Ξεγδαρμένη να φανερωθώ
στο παραθύρι.
Έχει σκοτάδι,
τ’ άστρα αδημονούν.