Το φως σώπαινε για να τρίζουν τα δέντρα και κάτω απ’ το άγγιγμα μυθικών σκιών πευκοβελόνες. Σ’ έναν χρόνο ίσαμε τον συντονισμό, θ’ αναδυθεί η ομορφιά ανέγγιχτη και μικρές θαλασσινές γκριμάτσες θα πλάθουν μ’ ήλιους το βλέμμα μας. Κρατώ ευλαβικά κόσμους με ολάνθιστες γωνιές και ζωηρά τερετίσματα. Ένα γεράνι μ’ άγγιξε με το στόμα. Γαλήνεψα ξυπόλητη σε τριανταφυλλένια δύση.
Δεν κοιτάζω, αστράφτω και ξεχύνω τις μικρές δυνάμεις μου στο χώμα, να ιριδίζουν πάνω τους του ήλιου τα φιλήματα και να κοκκινίζω άγρια και παιδιάστικη μαζί, στα ησυχότατα περάσματά σου. Πλανιέμαι κι ενδίδω στα άνθη που σκάνε ταπεινά κι αυτάρκη σε μοσχοβολισμένη γη και θάλασσα, στους καρπούς της αχλαδιάς που βαστάει τα ξεκλείδωτα άστρα μου, στο χρώμα τ’ ουρανού με το μελωμένο στόμα, την ώρα που λεύτερος σκίζεται στη δύση. Χορεύει μέσα στη νύχτα, σαν κύμα, μια πεταλούδα. Και σφιχτοδένεται το θαύμα της φλόγας της στη χαρά της ιδρωμένης μας γαλήνης. Δεν κοιτάζω, αφήνω τις πνοές μου κατάστηθα, λάφυρα στους γαλαξίες που με νοούν. Μια τελειότητα που σήπεται, γεννά καμπύλες κι αρχαία βαθουλώματα. Μια νουμηνία αλαφροΐσκιωτη, με τριαντάφυλλα να φανερώνει τη στοργή της.
Το περίγραμμα των χρωμάτων όλο αλλάζει, μικρή κομμένη μαργαρίτα κερνάει ήλιους στα φαντάσματα, γυρεύω το χέρι της σελήνης, λεπτά, μακριά δάχτυλα και μια χλωμάδα που κουρνιάζει στο στήθος μου, ψιθυρίζει τη συμπύκνωση που τεντώνει τη νύχτα, αγγίζουμε μαζί τα σκοτεινά της μάγουλα, ξεχύνονται μικροί λοφίσκοι μαρμελάδας φράουλα, σιγή που κατεβάζει τον χρόνο σε δέντρα λεμονιές κι ένας κότσυφας με άστρα στα μάτια τσιμπολογάει στις γούρνες ό,τι ατόφιο μας βλάστησε.
Όλο και πιο κατεβασμένο το κεφάλι. Ο λόγος άρχισε να καταγράφει ραγίσματα. Λίγο πιο πέρα γελούσαν στη γλώσσα τους παιδιά κι ένα βασίλειο απείθαρχο και ζουμερό έσπαζε σε ωμά κομμάτια την άγρια λύπη.