
Λέξεις γυμνώνονται,
δεν τις κοιτώ στα μάτια,
μεγαλώνουν,
πέφτουν οι άκρες τους σαν αστραπές,
μένουν μισές,
σαλεύουν όμοιες με μάτια τρελών
μετά τα μεσάνυχτα,
πετιούνται σε πιτσιλιές
κι ενώνονται κόκκινες με γαλάζιες,
ανταμώνουν μέσα σε κόσμους
ομορφιάς, αποστασιών και τρικυμίας,
λουλούδια βορινά που ζωγραφίζουν το ψύχος
κι ανάβουν με ταπεινά σχεδιάσματα
τα σημάδια της θαλάσσης.
Σπρωγμένη από την έλξη τους
αγγίζω
κι η ισορροπία ξεχνιέται.
Χύνεται στους απόκρυφους τόπους
του ήλιου το γέλιο.
Το τελευταίο εκατοστό της σιωπής
έχει σπασμένα κρύσταλλα
από την κρούστα του στήθους μας.
Πιο κάτω από κει
που αγκυλώνουν τα χείλη μας
ο άνεμος σφυρίζει
και τρέμει το νερό.
Ο βυθός φέγγει
σε ώρες που ψιθυρίζω
πως δεν υπάρχει πια.