
Λύσσαξαν οι λέξεις,
ομόηχες,
τις πέταξα σαν κοχύλια.
Κάποιο σημάδι στον ουρανό
ανεβαίνει ακόμη επάνω μου.

Λύσσαξαν οι λέξεις,
ομόηχες,
τις πέταξα σαν κοχύλια.
Κάποιο σημάδι στον ουρανό
ανεβαίνει ακόμη επάνω μου.

Χίλιες εικόνες στο πέλαγος
και γω επέλεγα ευλαβικά
τη σιωπή.
Ένα αραξοβόλι
οι καρδιές μας αγνές,
τ’ ανθρώπινα σώματα
που πιαστήκαν απ’ το φως,
αλλάξαν στην τροχιά του φεγγαριού
και την πνοή μας.

Η αγριοσύνη τ’ ουρανού
με ζωηρεύει,
διαπερνούν οι σάρκες του το χώρο
με μια ερμηνεία δύναμης,
έχω βγάλει τον αέρα
που έχω μέσα μου κρυμμένο,
για μένα, δεν είναι τίποτα ο γλιτωμός,
βροχή χτυπάει αλύπητα
της νύχτας τον άξονα,
ποιον ήχο να κλείσω απέξω,
κεραυνοί προβλέπουν το σκόρπισμα,
γλείφω τα δάχτυλά μου
με γλώσσα αιώνια,
δεν έχω πείσμα για ό,τι δε ζήτησα,
ίσως και να ‘μαι τελικά
αυτό που σου αρνήθηκα,
ακριβό το πρόσωπο και το αγρίμι
μέσα στο σέβας τους,
σκύβουν επάνω μου, φυλλορροούν,
κάτω απ’ τη ροδιά
μ’ αγγίζει η μυρωδιά βρεγμένης γης
και χωρίς κοπετούς μετουσιώνομαι
απ’ την ορμή των υγρών κρυστάλλων.

Παρακαλώ να μεταφέρω
το άσπιλο
και κοιτάζω τον ήλιο
και τιμάω εσένα,
από ποιόν κατατρεγμό
κρύβω το πρόσωπο,
χαϊδολογώ μια λύπη
ρίχνομαι στη στεριά,
χαϊδολογώ τα όνειρα
και μου στάζουν λεπτομέρειες στα βλέφαρα,
τις κινήσεις της θάλασσας,
αλήθεια, δεν τις αντέχεις πιά;
Ένα μέρος μας παρασύρεται,
φεύγει μακριά,
δαγκώνω τον κόσμο
σε χορτάτα κομμάτια
και το κάθε κύμα που έρχεται
έχει μια σαφή απόσταση
από το κοκκινωπό του ορίζοντα,
τα πολύτιμα πράγματα
δεν έχουν θέση συνηθισμένη,
σε χρυσαφένια ώρα
μικρά τρωκτικά κατασπαράζαν τα θάματα.
φυσάει εκεί που ασκητεύαν τα μάτια μας,
επίμονα μέσα μου ανοίγει ένα ρόδο,
η αστροφεγγιά καταδύεται,
αντιλαμβάνεσαι τ’ αντίθετα
στης νύχτας το φάγωμα;
Καλώ τα κύματα,
υμνώ το αρχαίο
που ανυποψίαστη
άγγιξα τριγύρω.
Θ’ αρχίσει να φυσά
ο ουρανός
μέσα στα μάτια μου,
θα εξαργυρώσω
το μαρτύριο της Σελήνης
και θ’ αναπνέω άδετη
από τους κόσμους
των νερένιων κύκλων.
Ατελείωτα οι αισθήσεις
σχηματίζουνε το βλέμμα σου.
Στο τέλος του δρόμου,
θ’ αλλάξουμε τον άνεμο,
μα μη φοβάσαι,
τρυφερά σού φύτευα
κάτω απ’ τη θάλασσα,
μισόκλειστα, τα ρόδα.
