
Τις νύχτες έσκαβαν
μ’ ένα κουταλάκι του γλυκού
θόλους ονείρων
και τα μάτια γέμιζαν
ανεμώνες
σε κάθε τσιγγάνικο τραγούδι.

Τις νύχτες έσκαβαν
μ’ ένα κουταλάκι του γλυκού
θόλους ονείρων
και τα μάτια γέμιζαν
ανεμώνες
σε κάθε τσιγγάνικο τραγούδι.


Πρώτα γράφω στίχους
για λευκά στήθη
μετά αναζητώ
στον ουρανό την έλευσή τους.
Διεκπεραιωμένες
αποτυπώσεις
επιστρατεύουν
ψυχές απ’ τον ορίζοντα.
Η άνοιξη ανήκει
στις χαρακιές τους.

Ολομέταξο χάδι
στον ώμο μου.
Φρενιάζει
το απολέμητο,
ταχτάρισμα γυρεύει
απ’ τ’ άστρα.
Κι οι τόποι
μες στους τόπους
μπήγονταν,
έγδερναν ξυστά
την κοιλιά
του ορίζοντα.

Αρχινάνε ν’ αδειάζουν στα χείλη
μικρές σταγόνες ρολογιού,
ανοίγουν κλειδαριές
απ’ ανάστροφες χώρες,
φυτρώνουν πλαγιασμένα ρόδα
στην αλλαγή θέσης μιας διαχυτικότητας
που, άλλοτε κινδυνεύει
άσεμνη στα βράχια
κι άλλοτε με αμηχανία
πασπαλίζει το περίβλημα,
λίγο να κάνει πως σπάζει
βγαίνουν απ’ τ’ άντερά της
γέλια και κεραυνοί.
Ανηφορίζουν ασυναρτησίες στο στερέωμα,
κάθε ήχος κλεισμένου στόματος
ισοδυναμεί με ανέμελο κάψιμο.
Ηθικός αυτουργός
το μέτωπο των αγγέλων,
εκεί που μούγκριζαν οι διάττοντες
όταν μουσκεύαν
με το στήθος στα νερά.