
Πολλαπλασίαζε κατάκοπη
το κυμάτισμα.
Αυτό που έσπαγε γινόταν θάλασσα.
Αυτό που έμενε είχε μπαλώματα
από άστρα και αφρό.

Πολλαπλασίαζε κατάκοπη
το κυμάτισμα.
Αυτό που έσπαγε γινόταν θάλασσα.
Αυτό που έμενε είχε μπαλώματα
από άστρα και αφρό.

Να πω με όλους τους συμβολισμούς
και μετά άσε με,
να γδύσω μια μια τις συλλαβές
κι απαρηγόρητη
να κάτσω να σου γελάσω.
Σε κάθε θανάτωμα
τραβώ τον ουρανό να σβήσει τη λάμπα.
Μονάχα έτσι έμαθα
να ξαναβρίσκω αστέρια.

Ήταν εκείνο το άνθισμα
της άνοιξης
που ευεργετούσε
τη βραχνή μέλισσα.
Κι αν σμίγαν οι νότες
με τα πουλιά,
ήξερε η σιωπή ν’ ανοίγεται
και να γιορτάζει.
Το γέλιο νερό
διαπότιζε
το θνητό και το ατέρμονο.
Κι όλη η δύναμη
χωριζόταν στα δύο.

Αυτό το σχήμα,
που φωνάζουν τα σωθικά
και τυλίγονται γύρω τους
τ’ αστέρια
φέρνει δικό του φως.
Καρφώνονται σαν διαμάντια
οι κυματισμοί της φωτιάς
κι ο ήλιος λευτερώνει
το στόμα του.

Αλλόφρονες αποχρώσεις του γαλάζιου
αιωρούνται,
τις μπερδεύουν με σταγόνες,
μα βγαίνουν απ’ τα ρουθούνια
του προγόνου των δασών,
ατρόμητες διασύρονται
σε πελαγίσια ανάσα
κι η δύναμή τους κάνει νεύμα
στα χείλη του νερού,
εκείνο ξεπηδά σε φαγωμένα σχήματα
και τραβιέται μόνο όταν τα δάχτυλά του
σύρουν με πόνο τις κάθετες αισθήσεις.
Στο σημείο που ενώνονται οι δίψες,
κατεβαίνει η πλάση
και τ’ αστέρια χύνονται εκστατικά.
Καινούργια γνώση φεγγίζει
με απρόσμενη ομορφιά.