[Πίσω από τις λεπτομέρειες…]

Πίσω από τις λεπτομέρειες,
γελώντας, είναι τα μάτια των θεών.
Πίνουν νερό απ’ τις γούρνες
και καρφώνονται στα γερμένα δέντρα
που υποτάσσονται στο αλάβαστρο του σύμπαντος,
εκεί, μετά το δείλι.
Άκουσες τα βήματα της δύναμης
να επιστρέφουν;
Τα μάτια μου ξεχείλιζαν
απ’ τον χορό της ομορφιάς,
αντικαθρέφτισμα που αγνότερα τα κάνει.
Κρίνα λευκά και λίλιουμ και καπένσια,
κούρνιαζε ο ήλιος μέσ’ στο χνούδι τους
και γω σπιρτόζα ψήλωνα
στα κατακόκκινα βελουδένια τριαντάφυλλα
το ύψος τους να φτάσω.
Συνόψιζε τα σμάρια της χαράς
η ανθισμένη ενάργεια
και μια κίτρινη αγριαψιθιά
στην ασπρομάλλα νύχτα έβρεχε ιστορίες,
γέμισε τον ουρανό μ’ απόχαρτα σύννεφα.
Η λύπη περιστρέφεται ήρεμη
στα τσίνορα του φεγγαριού.
Οι διαστάσεις μου πρασινίσαν τους ίσκιους.
Ήχοι γαργαλιστοί αναδεύονται με το πρώτο φύσημα
και μυρίζουν τα ρόδα τη γεμάτη σάρκα τους.
Κεντά το στόμα μου βαρκούλες στα υγρά άστρα.
Λυκόφωτη ιππεύω στους παλμούς τους.
Ο κήπος ανοιχτός μυρίζει πορτοκάλια.

[Όχι και πολύ εμφανώς…]

Όχι και πολύ εμφανώς,
δυναμώνουν μέσα
κενά μανιάσματα.
Γδέρνουν σαν υπενθύμιση
τις στρώσεις
και μένουν, χαμηλωμένος φωτισμός,
κάτι λεμονανθοί
να τρυφερεύουν το σκοτάδι.
Λεπτές κυρτώσεις των αστεριών
γεμίζουν τα μάτια των φίλων
με ζαχαρένια λάμψη.
Στις τρικυμίες κρύβονται
μεσ’ στα τσιμέντα τ’ ουρανού
μικροί φιλόσοφοι,
ξεμακραίνουν τον κόσμο
απ’ το σάλεμα.
Κάθε τους μονόλογος δένει στις σκιές
λεπτές χρωματιστές κορδέλες,
ανοίγουν τα χέρια τους αυτές,
λωρίδες του αθέατου φωτός,
για να χωθούνε στο νερό.
Κι όσο στάζει κάθε ψίθυρος της θάλασσας
στην αρμονία των δευτερολέπτων,
δεν μιλώ πια δυνατά.

[Ψηλαφίζω αργά τις λεπτές αρτηρίες]

Ψηλαφίζω αργά τις λεπτές αρτηρίες.
Όλες οι φλέβες γεμάτες
μυστικά σκαψίματα.
Τα ουράνια σώματα
κι εγώ
και ο χρόνος.
Ξεκλείδωτη ροή.
Ανάστροφα το χέρι μου
ραμφίζεται στο φεγγάρι.

[Έλα γύρω μου,αποκομμένε γαλαξία…]

Έλα γύρω μου,
αποκομμένε γαλαξία,
τρέχει διάπλατο χρυσάφι
κάτω από το δέρμα μου.
Πού τα κράτησα
και τα πήρα μαζί μου
τα λευκά μαργαριτάρια.
Ο Αποσπερίτης
τύλιγε ζεστά
της Σελήνης το δαίμονα.
Ακουμπώ το χέρι
μια στ’ άστρα
μια στα χείλη,
ό,τι κλείνει
να σβήνει με φως.
Όλα τα σημεία
φτιάχνουν θάλασσα
με των αστερισμών τη γραφή
και οι έννοιες μας
νιώθουν αιώνιες.

[Σήμερα στο ακίνητο παραμερίζανε τα σύννεφα…]

Σήμερα στο ακίνητο
παραμερίζανε τα σύννεφα.
Δυο λέξεις με σταγόνες και θάλασσα,
όλο ξεχνά ο άσπρος κόσμος
πώς να πηδάει φράχτες.
Κοιτάζω το ρυάκι,
καθρεφτίζει μέσα του έναστρο κομμάτι,
πάνω απ΄ τους πρώτους ίσκιους
η καρδιά μου ταξιδεύει.
Τα μισά μου φορέματα έχουνε χρώματα,
τα άλλα μισά στέκουν επίορκα.
Θα φοράω κάθε μέρα κι από ένα,
από αυτά που έχουν επάνω τους
ποίηση, κοράλλια και θάνατο.
Τη σελήνη τη χύνω στο χώμα,
δεν είναι τίποτα,
δεν μπαίνει σε καλούπι.
Τους θησαυρούς τους ντύνω
με δροσιά καλοκαίρι και βάθος σιωπή,
η μαγεία τους να φτερουγίζει
καλύτερα στο ηλιόφως.