
Μεταμορφώνεται
σε στρογγυλό νερένιο κύκλο,
μέσα του σκιρτάει μαλακωμένο τ’ όνειρο.
Τις συλλαβές μου
να συντρίψεις με τα δόντια,
για να μπορέσω απ’ την αρχή
να παλαβώσω
τους ακίνητους συσκευασμένους κόσμους.

Μεταμορφώνεται
σε στρογγυλό νερένιο κύκλο,
μέσα του σκιρτάει μαλακωμένο τ’ όνειρο.
Τις συλλαβές μου
να συντρίψεις με τα δόντια,
για να μπορέσω απ’ την αρχή
να παλαβώσω
τους ακίνητους συσκευασμένους κόσμους.

Σ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι
η γαλήνη.
Φορτωμένη η βραδιά
μ’ ό,τι χύνεται στις αντοχές μας
πίνει αμίλητη από τις αγριελιές
και το κλειστό μας στόμα.
Η Πούλια των σκοταδιών
τρίβει τα πλουμιστά της μάτια
και στο βάθος
σπέρνεται μ’ αστρόσκονη
η γύμνια μιας μελωδίας.
Με δρασκελιές κι αγγίγματα,
ανηφορίζουμε τυφλοί
σε πορφυρένιο κόσμο,
στη γη τραχεύουν τα τριζόνια.
Μονάχα να συλλογιέμαι
μια πρόφαση,
για τα χρώματα που σπαρταρούν
στα στήθεια του ορίζοντα.

Το φως σώπαινε
για να τρίζουν τα δέντρα
και κάτω απ’ το άγγιγμα
μυθικών σκιών
πευκοβελόνες.
Σ’ έναν χρόνο
ίσαμε τον συντονισμό,
θ’ αναδυθεί η ομορφιά ανέγγιχτη
και μικρές θαλασσινές γκριμάτσες
θα πλάθουν μ’ ήλιους το βλέμμα μας.
Κρατώ ευλαβικά κόσμους
με ολάνθιστες γωνιές
και ζωηρά τερετίσματα.
Ένα γεράνι μ’ άγγιξε με το στόμα.
Γαλήνεψα ξυπόλητη
σε τριανταφυλλένια δύση.

Δεν κοιτάζω,
αστράφτω και ξεχύνω
τις μικρές δυνάμεις μου στο χώμα,
να ιριδίζουν πάνω τους
του ήλιου τα φιλήματα
και να κοκκινίζω άγρια και παιδιάστικη μαζί,
στα ησυχότατα περάσματά σου.
Πλανιέμαι κι ενδίδω στα άνθη
που σκάνε ταπεινά κι αυτάρκη
σε μοσχοβολισμένη γη και θάλασσα,
στους καρπούς της αχλαδιάς
που βαστάει τα ξεκλείδωτα άστρα μου,
στο χρώμα τ’ ουρανού με το μελωμένο στόμα,
την ώρα που λεύτερος σκίζεται στη δύση.
Χορεύει μέσα στη νύχτα,
σαν κύμα, μια πεταλούδα.
Και σφιχτοδένεται το θαύμα της φλόγας της
στη χαρά της ιδρωμένης μας γαλήνης.
Δεν κοιτάζω,
αφήνω τις πνοές μου κατάστηθα, λάφυρα
στους γαλαξίες που με νοούν.
Μια τελειότητα που σήπεται,
γεννά καμπύλες κι αρχαία βαθουλώματα.
Μια νουμηνία αλαφροΐσκιωτη,
με τριαντάφυλλα να φανερώνει τη στοργή της.
Το περίγραμμα των χρωμάτων
όλο αλλάζει,
μικρή κομμένη μαργαρίτα
κερνάει ήλιους
στα φαντάσματα,
γυρεύω το χέρι της σελήνης,
λεπτά, μακριά δάχτυλα
και μια χλωμάδα
που κουρνιάζει στο στήθος μου,
ψιθυρίζει τη συμπύκνωση
που τεντώνει τη νύχτα,
αγγίζουμε μαζί τα σκοτεινά της μάγουλα,
ξεχύνονται μικροί λοφίσκοι
μαρμελάδας φράουλα,
σιγή που κατεβάζει τον χρόνο
σε δέντρα λεμονιές
κι ένας κότσυφας με άστρα στα μάτια
τσιμπολογάει στις γούρνες
ό,τι ατόφιο μας βλάστησε.
