To mom

Έχω ανάγκη να ξέρω
πως είσαι κάτι πέρα απ’ αυτό
που νομίζεις ότι είσαι,
κάτι άπιαστο και αέρινο
σαν φύλλα ζάχαρης που στροβιλίζονται
πάνω από κύματα,
κάτι που κάτω και πέρα απ’ τους εγκλωβισμούς σου
έχει λίγη από την ύλη ενός άλλου σύμπαντος,
εκεί όπου καπνισμένα τσουκάλια κρύβαν μέσα τους
λύκους και Κασσάνδρες αλλά και γράμματα σε παιδιά
που γεννήθηκαν, μικρά ραβασάκια σε φεγγαρόλουστες εικόνες
και όμορφα παραμύθια με αφιερώσεις,
παιδιά που μετρούσαν τ’ άστρα όταν η άνοιξη ήταν αγέλαστη
και χόρευαν με Χατζιδάκι,
ερωτευμένα σύννεφα που γίνονταν βροχή σε κήπους μυστικούς,
έχω ανάγκη να θυμάμαι μέσα από σένα τον Καβάφη,
να γλυκαίνω με τον ήλιο τον πρώτο
και θαλασσινό Ελύτη και Ρίτσο του νησιού,
να χαμογελώ με τη Στρέιζαντ, το Ρέντφορντ, τη Χέπμπορν,
να τραγουδάω Σάιμον και Γκαρφάνκελ και Μπαέζ και Ντίλαν
μαζί με λιανοτράγουδα και μιαν ολόκληρη εποχή,
ν’ αγαπώ με άλλο μάτι πια τους στίχους,
αλλά με την ίδια μελαγχολία που είχες και συ,
να δραπετεύω για να πιω νερό από μια πηγή
και να ξημερώσω αλεπούδες, ν’ αγαπώ τους ανθρώπους ελέφαντες
και τους βιολιστές πάνω στις στέγες,
να θυμάμαι πως τα όνειρα όσο τρελά και αν είναι
έχουν τη γεύση που τους δίνουμε
και πως μέχρι την επόμενη μας ανάσα ξανασηκωνόμαστε
και χορεύουμε,
πως η θλίψη δεν σκοτώνει την καλοσύνη,
και πως αν κάτι με κάνει ακόμα να ψαχουλεύω
και να μην ησυχάζω,
έχει να κάνει και με το δικό σου αποτύπωμα.
Έχω ανάγκη να θυμάμαι πως ακόμα
μέσα σου θυμάσαι κι αν μια μέρα δε θα μπορείς,
θα σιγοκαίει ακόμα κρυφά
αυτή η σπιθίτσα που είναι αρκετή,
ένας κόκκος άμμου που θα δημιουργεί
μπουκέτα αγάπης και στην επόμενη
από μένα κίνηση, ένα τριαντάφυλλο
σαν του μικρού πρίγκηπα
στην ενέργεια της αιωνιότητας.

Αιωρήματα

Απόψε
βούτηξα τη μύτη μου
να μυρίσω τη σελήνη
κι έγινε μια στάλα ασπρούλα,
κόλλησε πάνω της
άχνη φεγγαρόσκονη.
Κοιτώ, ως συνήθως,
τ’ άστρα με χαρά παιδική
και σκέφτομαι διάφορα,
όπως, να, αν φταρνιζόμουν
θα γέμιζαν πασπάλια
όλες οι κρυφές γωνιές τους
και θα στραφτάλιζε από παντού
φάντασμα το φεγγάρι.
Ή πως αν αρχίσω να βουλιάζω
τη μούρη μου στη νύχτα,
θα μπήγονται μέσα της λουλούδια
με την ευθραυστότητα
και τη σάρκα των αυγών,
σκέψου να ‘σκαγαν
πόσα ξεχτένιστα φεγγάρια
θ’ αναβόσβηναν στο δέρμα της.
Γονατίζω, μα πριν αγγίξω
τ’ αραχνοΰφαντα πυκνώνουν σε ομίχλη,
με σκέπασε με τις γκρίζες πέτρες της
βραχόσχημη συννεφιά.
Μονάχα αυτή η μπάλα,
που περνά συνέχεια
πάνω απ’ το κεφάλι μου
κι έχει το κόκκινο της παπαρούνας χρώμα,
με μπερδεύει με τα τακούνια της
καταμεσής, τι να την κάνω.
Υφαίνονται τα χνάρια της
σε δύσβατους ανέμους;

Μικρό σημείωμα

Σήμερα πήγα και ψώνισα
ένα κομμάτι πάγο.
Ολόκληρο, ατόφιο, καθαρό.
Το έβαλα στον πάγκο
και το κοιτούσα από όλες τις μεριές,
όπως ένας γλύπτης κοιτά την άμορφη μάζα
λίγο πριν την αγγίξει,
λίγο πριν πνοή με την τρέλα του της δώσει.
Αρχίνησε μια ατέλειωτη στιχομυθία
με το υποψήφιο ανάγλυφο,
σαν να ήθελα να καταπιώ
τις σταγόνες που θα ξέρναγε απεγνωσμένα
στην προσπάθειά του να μετατραπεί
σε κάτι ανάλγητο, μέσα στα χέρια μου.
Το πήρα, το ξέντυσα μ’ ευλάβεια,
μισό θάλασσα μισό άνεμος
άρχισε να γεμίζει τα χέρια μου,
σε λίγο κοιτούσα έντρομη τους λυγμούς,
τις εκτάσεις και το κρύο του,
αιμόφερτο άρχισα να το παραμορφώνω
με μια λαχτάρα να προλάβω τη δύση,
όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να ξεπηδούν από μέσα
μικροσκοπικά λουλούδια, τόσο καλά διατηρημένα,
σκόρπιζαν τριγύρω και καθώς τίναζαν τα πέταλά τους
ρουφούσε η γη αχόρταγα τη γεύση τους.
Άφθονο νερό χύθηκε γύρω μου,
τα πόδια μου, δε νιώθω τα πόδια μου,
μουρμούρισα σε κάποια φάση
και αφέθηκα
να πλατσουρίζω με τα φτερά μου
στο λιωμένο χιόνι κι όσο έπαιζα
τόσο αυτό ανέβαινε,
προς στις γάμπες, στους μηρούς,
στους γοφούς και στη μέση,
μέχρι να το καταλάβω
τυλίχτηκα ολόκληρη
την ύλη την διάφανη, την καθάρια.
Ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί
στου νερού τη λευκή μορφή, σκέφτηκα
και αψηφώντας τις ασάφιες των συναισθημάτων κυλίστηκα,
ενώθηκα στις λεπτομέρειες
μιας εντυπωσιακής κίνησης,
εγώ, τα άνθη, το νερό,
ένα υφάδι με εσωτερική ενότητα και γαλήνη.
Δεν κρύωνα. Ο πάγκος πήρε νυχτερινό χρώμα
κι η γλώσσα μου άγγιζε τον ασημένιο βυθό.
Αυτή η καταγωγή. Αυτή ήταν που άνοιξε
την κοιλιά του χιονιού. Και ξεπήδησε από μέσα
η σελήνη και τα λευκόσαρκά μου ανθισμένα.
Τα έχω όμορφα εφήμερα αποθέσει.
Αν φτάσεις πριν από μένα, έχε το νου σου.
Έχασα ανάμεσα και κάτι θερμές πηγές.
Τρελαίνονται να τις στολίζεις
μεταξωτές ανάσες
και να τις χαιδεύεις στο λαιμό.
Μην κολλήσεις στην παγωμένη ενέδρα.
Έχω τόσα να σου πω.

Λεπτομέρειες

Αγαπώ τις πρώτες
καυτές γουλιές καφέ,
για τη δύναμή τους να
μην έχει σημασία ο χωροχρόνος.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξαπλωμένη στο πλάι
όταν ακούω έξω
τον ήχο της δυνατής βροχής,
γεμίζει τα μέσα μου ο συνδυασμός.
Τρελαίνομαι για αυτά
τα πρώτα βήματα μόλις σηκωθώ
ξυπόλητη ν’ ανοίξω το παράθυρο,
λες και βαδίζω σε μονοπάτι
που μόνο εγώ βλέπω
και σε λίγο τα πόδια μου θ’ αγγίξουν θάλασσα.
Λεπτομέρειες που μπορεί ποτέ να μη μαθαίνουμε
για όσους αγαπάμε,
που εμείς θεωρούμε αυτονόητα οικείες
για να πούμε ή γράψουμε,
ανάμεσα σε αφηρημάδες και σπέρματα,
μια μεθυσμένη βραδιά,
διορθώνοντας κάτι χρυσάνθεμα στο βάζο,
ή με τη συνοδεία τζιτζικιών
και πικάντικων άστρων.
Πόση σπατάλη άγνωστων συνηθειών,
εντοσθιών και ανατριχίλας,
πόσες παλίρροιες άπιωτες.
Τα ταξίδια μας στο κατάστρωμα
μυρίζουν ωδίνες και χελιδόνια,
συντονίζομαι με τον ήχο που κάνουν
θραύσματα των αστεριών
κρεμασμένα στο λαιμό μου,
μαγεύομαι απ’ τις λεπτές μυρωδιές
που στριφογυρίζουν ανάμεσα
σε μπλεγμένες ρίζες
και διάφανες αποχρώσεις,
κάτω απ’ το φως ενός ήλιου με μακριά δύση,
καθόλου αμέτοχη.

 

Ανάποδος Καθρέφτης

Αν οι λέξεις είναι όλα όσα μας προστατεύουν, 

μας χρωματίζουν, 

μας περιορίζουν, 

αν κρύβουν ή δείχνουν κομματάκια μας 

πόσες αντέχουμε να λέγονται;

Αν αυτές μπορούν και μας βασανίζουν, 

να μας φοβίζουν ή μας εξαντλούν,

τότε μπορούμε και μεις να τις γδυνόμαστε.

Γυμνοί. Χωρίς λεξοφορέματα.

Τι βλέπεις;