Η Θλίψη της Κίρκης, της Louise Glück
“Με σύστησα, εν τέλει
Στη γυναίκα σου, σα μια
Θεά, στο ίδιο της το σπίτι, στην
Ιθάκη, σα μια φωνή
Χωρίς το σώμα: άφησʼ εκείνη
Το υφαντό, γύρισε το κεφάλι
Πρώτα δεξιά, ύστερʼ αριστερά
Αν και δεν είχʼ ελπίδα φυσικά
Να αποδώσει τη φωνή σε κάποια
Υπαρκτή πηγή: Εγώ αμφιβάλλω
Αν γυρίσει πια στον αργαλειό της
Με όσα ξέρει τώρα. Όταν
Την δεις ξανά, πες της πως
Έτσι αποχαιρετάει μια Θεά:
Αν στο μυαλό της είμαι δια παντός
Είμαι και στη ζωή σου δια παντός.”

(Δωμάτιο στο παλάτι της Ιθάκης. Η Πηνελόπη στο αργαλειό της. Κοιτάζει απ’ το παράθυρο. Ακούγεται μια φωνή. Γυρνάει το κεφάλι δεξιά αριστερά. Η Κίρκη της παρουσιάζεται σα μια φωνή. Της συστήνεται. Και της λέει ότι θέλει να της μιλήσει.)
Πηνελόπη: (θυμωμένη) Να μιλήσεις, να πεις τι, για τα γουρούνια που μεταμόρφωσες τους άνδρες έναν έναν;
Κίρκη: Όπως όλοι οι ναυτικοί, με την αντίφαση της θάλασσας, είχαν ξεχάσει. Στερημένοι, τους είχε κρατήσει μακριά εκείνη από αλμύρα γυναικός και κάθε έκρηξη χυμών του ήλιου και της ηδονής. Με το που πάτησαν το πόδι τους στο εξωτικό νησί μου, έγινε θολή η όρασή τους και τα λογικά άρχισαν να σαλεύουν, το ταξίδι χανόταν σαν εικόνα, η αποστολή τους, ο καπετάνιος και η Ιθάκη γίνονταν οσμές και εικόνες παραδείσου, όποιος με ακούμπησε χάθηκε πρώτα μέσα μου και μετά μέσα του.
Πηνελόπη: Για τους πόθους των ανδρών σαν ήλθες να μου πεις, άσε και ξέρω, το βλέμμα τους πάνω μου αχόρταγο και ξένο, ξένη με ‘κάνανε στην ίδια μου τη σκέπη. Για τον Οδυσσέα θα τολμήσει η γλώσσα σου να πει;
Κίρκη: Και εμφανίζεται ο Οδυσσέας. Πολύτροπος, μέχρι και Θεούς γητεύει, μυαλό κοφτερό, εσύ ξέρεις.
Πηνελόπη: Δεν είδα και καμιά χαρά από δαύτο.
Κίρκη: Ω, μη μου πεις πως τη σάρκα του μόνο ονειρευόσουν τόσα χρόνια, δόξα τον Δία, τέτοιες είχες πολλές αν ήθελες.
Πηνελόπη: Και συ το ίδιο, ολόκληρο καράβι δεν σου ‘φτανε τη δίψα σου να σβήσεις;
Continue reading