Το χιόνι θα απλώσει τα λευκά του δάχτυλα τριγύρω, σκεπάζοντας σιγά σιγά και τα δικά του. Σε έναν μη ορισμένο χρόνο δεν θα νιώθει πια τα μέλη του, αλλά δεν θα είναι φοβισμένος, ολόκληρος θα βρίσκεται εκεί που θα ήθελε να είναι. Τις λιγοστές στιγμές που θα τους απομείνουν θα τις περάσει κοιτώντας την.
Πανέμορφη, λευκή σαν κρίνος. Γύρω της μια κόκκινη θάλασσα σε χιονένιο λιβάδι.
——-
Ξαπλωμένη εκείνη δεν θα είναι σε θέση να κοιτά τα κομματάκια από τα σύννεφα που θα σκίζονται από πάνω της, αφήνοντας δεσμίδες φωτός στα σώματά τους. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή, δεν θα έχει μάτια παρά μόνο για τα μάτια του. Το σώμα του τόσο κοντά της, λαβωμένος λύκος ξαπλωμένος στη λευκή επιφάνεια.
********
Με το ζόρι. Σχεδόν από υποχρέωση, αν δεν επέμενε τόσο ο Παύλος προφανώς και είχα καλύτερα πράγματα να κάνω. Αλλά τώρα τα ‘χω δει όλα. Μετωπική. Ποιος, ο ορισμός του ελέγχου, με τόσες φορές που έχω καεί, όχι φιλαράκι, δεν είναι να παίζει κανείς πια με τη φωτιά.
Τη φωτιά στα μάτια της ας μου πει κάποιος πώς να σβήσω. Και το γέλιο! Το γέλιο της, τι κάνω; Μη κοιτάς καθόλου, σύνελθε, ακούς, σύνελθε μαλάκα, το τελευταίο που θες είναι ένα ακόμη θάνατος.
——-
Μην τον κοιτάς, μην τον κοιτάς, τι έχεις πάθει; Πας καλά κορίτσι μου, τι είσαι κανένα σχολιαρόπαιδο να αναψοκοκκινίζεις στον πρώτο τυχόντα;
«Τι θα πάρετε;»
«Μια Guinness παρακαλώ.»
Ωραία, θα σε περάσει για ψωνάρα, δεν μπορούσες να πάρεις μια απλή μπύρα; Ούτε καν είναι ο τύπος μου, όχι ότι έχω τύπο, αχ, τι λέω, παραληρώ. Σύνελθε, σταμάτα αυτό το χαμόγελο θα μοιάζεις με ηλίθια.
Ώρα να φεύγουμε κορίτσι μου, οι φωτιές δεν είναι για μας.
«Καληνύχτα σε όλους! Καλή ξεκούραση.»
«Μπορούμε να σε πάμε σπίτι αν θέλεις.»
«Ευχαριστώ πολύ, θα περπατήσω λίγο με τα παιδιά από δω και μετά θα πάρω ταξί. Όπως και να έχει χάρηκα για τη γνωριμία. Καλό βράδυ!»
«Καλό βράδυ!» (Εγώ να δεις κορίτσι μου, μας υποχρέωσες.)
*******
Ένα από τα πράγματα που με τρέλαιναν πάνω σου, η δύναμή σου να με παρασέρνεις στο πιο απίθανο με τέτοιο τρόπο που να φαντάζει σαν το πιο λογικό.
«Κοίτα, βρέχει! Έλα να βγούμε!» Δεν θα ξεχάσω με τι ενθουσιασμό μου το ‘πες εκείνο το απόγευμα που χορτάτοι και γαληνεμένοι δεν είχαμε κανένα λόγο να τραβηχτούμε στη βροχή.
Βγήκαμε. Και αλωνίσαμε όλα τα σύννεφα και τις ρούγες του φρεσκοπλυμμένου ουρανού.
Σε κάθε καταιγίδα πλημμυρίζαμε με τις σταγόνες μας. Θυμάσαι τόσο έντονα τα ίδια με μένα;
——-
Ένα από τα πράγματα που με τρέλαιναν πάνω σου, ο άγριος καλπασμός και η ορμή σου για όσα αγαπούσες. Γοργόφτερος και ενθουσιώδης, γινόσουν μικρό παιδί όταν μου έδειχνες τον κόσμο σου.
«Καινούργιο μυθιστόρημα, το περίμενα σαν τρελός. Μεθυστική ατμόσφαιρα. Άκου!» γελούσες και τα μάτια σου γυάλιζαν από χαρά.
Θυμάμαι με τόση λεπτομέρεια σαν να μην έχει περάσει μέρα από εκείνο το απόγευμα, σα να ήταν χθες. Το φως στο δωμάτιο έκανε τις διαδρομές του ανενόχλητο. Όταν σταμάτησες να μου διαβάζεις ξαπλωμένος στα πόδια μου, ήταν πια προχωρημένη νύχτα και η αίσθηση εκείνου του βιβλίου, της φωνής σου και του σώματός σου χαλαρωμένου πάνω στο δικό μου θα με ακολουθεί για όσο έχω μνήμη.
*******
«“Μίλα. Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε”, γιατί δε μιλάς;» (κάθε φορά που σε πειράζω με τους στίχους μ’ αρέσει όπως ανταποκρίνεσαι)
«Τι θες να σου πω, δεν φτάνει που σε κοιτώ γελώντας;»
«Θα μ’ αγαπάς το ίδιο σε έξι μήνες από τώρα;»
«Ξέρω γω; Θα δείξει. Το ίδιο με ρώτησες και έξι μήνες πριν. Σ’ αγαπώ τώρα. Και τι το θες το αύριο;»
«Σωστά. Αγάπα με. Αγάπα με σήμερα, μέχρι την αυγή.»
Δεν μπορώ να σου πω
Πως θα υπάρχεις αύριο
Μέχρι την αυγή
Μα μπορώ
Ναι μπορώ
Να σου δώσω τόση αγάπη
Για παντοτινά
——-
«Τι εννοείς αποχαιρετιστήρια εκδρομή; Ακόμα δεν έχω ξυπνήσει, χρειάζομαι επειγόντως καφέ.
Δεν το εννοείς φυσικά, έτσι δεν είναι…;» (Μη με κοιτάς έτσι σιωπηλός γαμώτο με αυτό το χαμόγελο που ξέρεις ότι βάζει φωτιά στην ψυχή μου.)
«Σκέψου το λίγο κορίτσι μου. Τι κρατάει άλλωστε για πάντα; Θες, αλήθεια θέλεις να καταντήσουμε ένα από εκείνα τα ζευγάρια που μισείς;»
«Ναι, μα πού έχεις ακούσει εσύ να χωρίζουν οι άνθρωποι για να μη χωριστούν; Και μάλιστα να πηγαίνουν και εκδρομή αποχαιρετιστήρια;»
«Είναι σαν να επιλέγουμε το θάνατό μας. Αν σου δινόταν η δυνατότητα, πώς θα ήθελες, μετά από μια υπέροχη βραδιά που θα είχες ζήσει με φίλους και αγαπημένους, λίγο τρελή, λίγο μεθυσμένη, πολύ ευτυχισμένη ή μετά από μια άχαρη περίοδο, ηλικιωμένη, μόνη…»
«Σταμάτα, σταμάτα σε παρακαλώ! Δεν ξέρω. Άφησέ με, θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ.»
Ξέρεις λεν
Πως η λάμψη μίας ψυχής αν σβήσει
Σαν τα ελάφια αφού χαϊδέψουν
Τα κρεμάν
Και μια στάχτη αφού γίνουν
Τα πετάν
Τα ξεχνάν
Για παντοτινά
*******
Οι μνήμες έρχονται σμήνη κατά πάνω μου μαύρα πουλιά. Μα δεν είναι νοσηρή αναμόχλευση, το να στήνω κάθε φορά το ανάγλυφό σου είναι ο μόνος τρόπος να κερδίζω το χρόνο. Όλο αυτό ξεπερνούσε την οποιαδήποτε χαρά και εκτυφλωτική ευφορία, ήταν εξαντλητικό πάθος με χρώματα θανάτου, χτίζαμε και γκρεμίζαμε τον Παράδεισο και την Κόλαση μαζί.
Ξέρω πως αυτό που σου ζήτησα ήταν από τα πιο σκληρά, το να σε αποχαιρετήσω πάνω στην καλύτερη φάση μας, πίστεψέ με, ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που αποφάσισα ποτέ. Έβλεπα την καθημερινή σου πάλη δυο μήνες τώρα, εκεί που ήσουν χαρούμενη περνούσαν από τα μάτια σου σκιές, μέχρι χθες, μέχρι εκείνη τη στιγμή που έκανες τη μεγαλύτερή σου υπέρβαση και δέχτηκες. Σε κοιτάζω τώρα, καθισμένη δίπλα μου, τόσο αγνή, τόσο όμορφη, όμοια με ελαφίνα και δεν έχω λόγια να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Ανυπομονώ να φτάσουμε, δυο μας, εσύ και γω σε ένα βουνό που μάλλον αύριο θα είναι ολόλευκο. Σαν την αγάπη μας, αγνή και αιώνια.
Το πώς θα συνεχίζουμε από την επόμενη μέρα, δεν θέλω να το σκέφτομαι, όχι. Τώρα. Εδώ. Είμαι μαζί σου, είσαι δίπλα μου με κοιτάς και μου χαμογελάς και ο χρόνος σταματά.
——-
Οι μνήμες μου όσο και να προσπαθούν δεν γίνεται να κρύψουν τις σκιές σου, σε άσχετες στιγμές που νόμιζες πως δεν έβλεπα, μαυρόφτερα πουλιά σε σκοτείνιαζαν τόσο που δεν άντεχα. Μη νομίζεις πως δεν ένιωθα και γω ότι τόση ευτυχία ήταν σχεδόν ύβρις, μα το ξέρεις πως ποτέ δεν θα είχα κουράγιο να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Δυο μήνες τώρα, αγάπη μου, πάλευαν μέσα μου, πάλευαν τα σωθικά μου για αυτό που μου ζήτησες. Πόσο παράδοξο. Το «ναι» μου χθες, σε έκανε τόσο χαρούμενο, ένα «ναι» που ξέρω πως από αύριο και μετά θα με οδηγήσει κατευθείαν στο θάνατο.
Μα δεν θα το σκεφτώ άλλο. Όχι. Τώρα. Εδώ, μαζί σου, σε μια διαδρομή τόσο γαλήνια, αυτή η ομίχλη κάνει τα πάντα ονειρικά, το δάσος άρχισε ήδη να ντύνεται στα λευκά και τα μάτια σου χρυσάφι του χειμώνα, σε βλέπω να με κοιτάς σα μικρό αγόρι με τέτοια έκσταση που ο χρόνος σταματά.
*******
Απόλυτη ησυχία, μόνο το χιόνι που πέφτει.
Μέχρι να φύγει από μέσα τους το παραμικρό ίχνος ζωής θα κοιτούν ο ένας τον άλλον.
Λίγα μέτρα παραπίσω από το άδειο αυτοκίνητο, ένα ελάφι θα είναι ακίνητο για ελάχιστες ακόμη στιγμές.
Μετά θα γυρίσει και θα χαθεί για πάντα στη σεληνιακή απόχρωση του χιονισμένου δάσους.
Γι’ αυτό μείνε
Μείνε ελάφι
Του χιονιού η βασίλισσα θα σαι
Για παντοτινά
Ναι μπορώ να αγαπώ
Ναι μπορώ
~~~~~~~
Σημείωση: Οι στίχοι που παρεμβάλλονται είναι από Το Valse των Ελαφιών – Xaxakes
Το διήγημα γράφτηκε στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής με τον Γελωτοποιό/Sanejoker.