– Τί χορεύει στα τζάμια;
– Η βροχή, μαθαίνουν μελωδίες οι σταγόνες και σφίγγοντας το στήθος τους την ώρα που ορμούν, τραγουδούν στις επιφάνειες.
– Πότε θα μάθω να χορεύω σαν βροχή;
– Όποτε βγάζεις το γλυκό το πρόσωπό σου. Ο άνεμος θα σταματά και οι δρόμοι θ’ αφουγκράζονται τους ήχους των νερών σου.
– Και δεν θα κρυώνω;
– Και δεν θα κρυώνεις. Όπως δεν κρυώνουν οι σταλαγματιές, που μεταφέρουν μέσα τους αυτά που δεν τελειώνουν.
– Δεν θέλω να τελειώσεις. Θέλω για πάντα σαν σύννεφο να με φιλάς.
– Δεν τελειώνουν οι μανάδες.
– Τα παιδιά; Τελειώνουν τα παιδιά;
– Ούτε και τα παιδιά τελειώνουν. Κι ας χώνονται στα πιο στενά δρομάκια.
– Άμα τύχει και σφηνώσω θα με βρεις;
– Άμα τύχει και σφηνώσεις θα πρέπει να σε βρεις εσύ.
– Κι άμα φοβάμαι;
– Θ’ ανοίγεις τα φύλλα των λουλουδιών και θα τα ρωτάς για τα παιχνίδια τους στ’ αστέρια. Κι αυτά θα κρέμονται έγχρωμα και θα μιλούν για τ’ αγκάθια που χάνουνε κει πάνω.
– Και δεν πληγιάζονται τ’ αστέρια;
– Πως, πως, μυριάδες άστρα είναι πληγωμένα. Έχουν στη σάρκα τους των λουλουδιών τ’ αγκάθια.
– Κρίμα!
– Κρίμα! Μα έτσι φέγγει πιο πολύ, από τις τρύπες η φωνή τους.
– Κοίτα! Στο κάθε χέρι μου τυλίγω χρυσοποίκιλτη κλωστή, για να βρίσκω μεσ’ στο κρυφτό την άνοιξη, για να μη χάνω τον κόσμο.
– Ο κόσμος πρέπει να παλεύει, μη σε χάσει!
– Κι εσύ; Εσύ, γιατί παλεύεις;
– Εγώ παλεύω για να θυμάσαι την ομορφιά σου στη βροχή.
– Κι οι άγγελοι πώς μας μετρούν σαν κρεμόμαστε τριγύρω;
– Στα σύμβολα μας μετρούν. Στη γη και στα πουλιά. Κι από την κάθε λάμψη μας θαυμάζουν τα τραυλίσματα.
– Ο λαιμός σου δες, στάζει στο φόρεμα απόκρημνο βουνό, βγάζει πηγές και πίσω τους ολοστρόγγυλο έχουν τον ήλιο.
– Απ’ τον λαιμό μου να τρως και να γλωσσίζεις τ’ αγκάλιασμα, σαν θα γεννά απ’ την αρχή τη δύναμή σου. Και σε κάθε φλοίσβο σου που θα μαλάζεις και θα λιώνεις το γκρεμό, θ’ ανεβαίνω και ψηλότερα.
– Τί χορεύει χαμηλά στο δειλινό;
– Ο ερωδιός με το χορτάρι. Απαλά εσύ να τα ευγνωμονείς και να γίνεσαι θάλασσα.
– Απαλά να μ’ αγαπάς, για να γίνομαι θάλασσα.



