[Ό,τι δεν γίνηκε λόγος…]

Ό,τι δεν γίνηκε λόγος
ήταν γραφή σε γαρυφαλλένια ξυλάκια,
συλλαβές αρχαίες, για το ταξίδεμα και μόνο.
Οι αισθήσεις που έχουν ξοπίσω τους
το μουγκρητό της θάλασσας
και τη σκιά της αλκυόνας
μπαίνουν ανάμεσα στα γρανιτένια καλντερίμια,
ανθίζουν σε ακατοίκητα βάθη.
Ένας νοτιάς μας σηκώνει στα χέρια
και μας επιστρέφει στα έντερα του γαλαξία.
Αιμοσταγής ο χρόνος
ψαχουλεύει στα πλευρά μας
τους πίδακες με τα χρυσαφένια φωνήεντα,
οδοιπορούμε, χωρίς ορισμούς
γεμίζουμε τον ουρανό με τα χείλη μας
και μια άνοιξη μικρή ανοίγει τα μάτια.

[Οραματίζομαι τα νέα κορίτσια…]

Οραματίζομαι
τα νέα κορίτσια
σαν ανθισμένες τρυφερές αμυγδαλιές,
να τσακίζουν το έρεβος
και να γελούν στη βροχή,
να στέκονται όρθιες, ευθύγραμμες,
σαν αστροφεγγιά στ’ αρχιπέλαγα, 
μ’ ασημένιες κλωστές στα μαλλιά τους,
με την πνοή τ’ ουρανού
και της καταιγίδας τη δύναμη.

[Κι εμείς που δεν πετούσαμε…]

Κι εμείς
που δεν πετούσαμε
μικροί χαρταετό,
περνούσαμε κάθε αντίλαλο
με καθαρά στα χέρια άστρα
κι έτσι αυθαίρετοι,
ζυγίζαμε κι αφήναμε
ψηλά στον ουρανό
τα όνειρά μας.

[Μέσα στα μάτια σου…]

Μέσα στα μάτια σου
μικρό ελάφι,
πλάι στα φυλλώματα
στέκει ακίνητο
και οι βελανιδιές
ψαχνίζουν την καρδιά του.
Μέσα στα μάτια σου
του αγριμιού ο ίσκιος
και τα πνεύματα της θλίψης
στήνουνε χορό.
Σε μια αγκαλιά
βύθισα τ’ άστρα μου,
για να σου κλείνουν στο σκοτάδι
τις πληγές.