Απαθείς


Κιτρινόφτερες πεταλούδες
κάθε βράδυ,
στους δρόμους μιας πόλης φάντασμα,
σπρώχνουν σωρούς στις άκρες
αγέννητα χαμόγελα,
μάσκες
και ξηλωμένα θέλω.

Μορφωθήκαμε και σήμερα
σε άσπρες οθόνες,
ξυρίζοντας κωδικούς
αραχνοΰφαντων επιθυμιών,
ανυπόμονα απαθείς
για την αυγή
που θα ‘ρθει.

Ανασασμοί φωτός

Με γνέθει η αστροφεγγιά και πάλι,

σκοτάδι που γλυκαίνει με αντανακλάσεις.

Λαγαρίζω τα φεγγάρια του στήθους μου,

σκύβω τραβώ το φως των σωθικών μου

και ξαναπέφτω στο νερό

σαν χειμωνιάτικο βογγητό,

διάπυρη ρευστή

πλασμένη γύρω γύρω με το χιόνι.

Ψυχή στο χαρτί

Σε μια κρύα ζέστη
λιώσανε σιγά σιγά όλα,
οι τοίχοι, τα έπιπλα,
το κέλυφος, το χιόνι,
με απαλές μαχαιριές,
έκοβε ευλαβικά μέχρι μέσα
ό,τι βαθύχρωμο είχε μείνει.

Γιόμισε το δοχείο με το κερασένιο της μελάνι,
έσταξε ψυχή στο χαρτί
και βούτηξε γιορτινά στο κενό.
Σκοτεινή γυμνή,
έλαμψε
βαριά σα μολύβι στους ήχους των νερών,
με το βλέμμα προς την Ανατολή.