Προοπτικές

Ήταν κάτι πιο έντονο και από θόρυβο. Το θυμάμαι καλά. Απόλυτη απουσία ήχων. Αναγκάζει την ακοή να απλωθεί όσο μπορεί περισσότερο μήπως και πιάσει. Αφή. Περίεργο που το αναφέρω. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν ένιωθα καν τα χέρια μου. Ούτε και το υπόλοιπο σώμα. Απόλυτο σκοτάδι. Τόσο που να μην καταλαβαίνω αν τα μάτια μου ήταν ανοιχτά ή κλειστά. Οι αισθήσεις αφυπνίστηκαν ξαφνικά, λες και πιο πριν, ακόμα και ένα δευτερόλεπτο πιο πριν, δεν υπήρχα. Αργά αργά ερχόταν η κάθε διαπίστωση, με έναν τρόπο καταλυτικό. Σαν κάποιος από αλλού – τι δέος μου προκάλεσε εκείνο το συναίσθημα! – να καθοδηγούσε την πορεία του νου και της αντίληψής μου.

Το μυαλό μου προσπαθούσε να αντιληφθεί ερεθίσματα ώστε να μπορέσει να τα μεταφράσει. Αν, αν υπήρχε κάτι που να έδειχνε την παραμικρή ένδειξη. Για το πού ήμουν. Τι ώρα και μέρα ήταν; Πώς ήμουν; Πώς βρέθηκα εκεί;

Αν δεν έχεις αντίληψη όμως του χώρου και κυρίως του χρόνου, αν ό,τι ορίζει την ανθρώπινη συνείδηση με τους τρόπους που το μυαλό μας έχει εκπαιδευτεί δεν υπάρχει ή αν, έστω εσύ, δεν έχεις πρόσβαση σε αυτό, τότε τι μένει; Τι είναι αυτό που προσδιορίζει την ύπαρξή μας, που σκιαγραφεί τα όρια του σχήματός μας;

Άρχισε να με πιάνει κάτι σκοτεινό, τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσα να το ονομάσω και απελπισία. Ναι. Απελπισία. Ζούσα; Υπήρχα; Με την έννοια που δίνουν οι θνητοί. Ή είχα μετατραπεί ολόκληρος σε κάτι άλλο, κάτι που αδυνατούσα εκείνη τη στιγμή να ψηλαφίσω και μόνο οι σκέψεις μου ήταν η αληθινή απόδειξη πως είμαι εγώ, πως έχω μια οντότητα τελοσπάντων;

Από την άλλη προσπαθούσα να βρω τι είχε συμβεί στο σώμα μου, με την αγωνία αυτού που ήμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή πριν, δηλαδή ανθρώπινο όν. Γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Γιατί δεν είχα την παραμικρή επαφή με το κορμί μου; Ήταν αυτό που λέμε μουδιασμένο; Πληγωμένο;  Νόμιζα ότι είχα στόμα χωρίς να μπορώ να το πιάσω. Σε κάποια φάση έδινα εντολή σε αυτό, έτσι πρέπει να σκέφτηκα, «άνοιξε, αν υπάρχεις πάνω μου άνοιξε, ανοιγόκλεισε». Αν η κίνηση γινόταν στα αλήθεια ή αν ήταν στο μυαλό μου, αν το τεράστιο ανοιγμένο στόμα εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο στη σφαίρα του φανταστικού, δεν ήμουν σε θέση να το γνωρίζω. Για λίγο όμως, η ψευδαίσθηση πως ανοιγόκλεινα σαν ψάρι στο κενό το στόμα μου με ηρέμησε.

Για να έρθει νέο κύμα να με χτυπήσει. «Τι μπορώ να πω με σιγουριά πως γνωρίζω; Ήμουν άνδρας ή γυναίκα πριν από το εδώ; Ηλικία; Γιατί δεν έχω καμία ανάμνηση; Ψέματα, έχω

Είχα. Θυμόμουν τα δέντρα. Και τον ήλιο. Τα άγρια ορμητικά κύματα της θάλασσας και τα νερά των ποταμών. Το γκρίζο από τα σύννεφα και τη μυρωδιά της βροχής που εισχωρεί στη διψασμένη γη. Τη νύχτα και τη μέρα. Τις εποχές. Έχω υπάρξει! Η συνειδητοποίηση αυτή, όταν για λίγο ακόμη και για αυτό αρχίζεις να αμφιβάλλεις, είναι συγκλονιστική.

Ζούσα όμως; Ήμουν ζωντανός εκείνη τη στιγμή; Ή άκουγα τις σκέψεις ενός νεκρού; Γιατί αν δεν είσαι ζωντανός με σάρκα και οστά, αν δεν έχεις επίγνωση του σώματός σου, τι άλλο να είσαι; Αν δεν είσαι αυτό που οι ζωντανοί αποκαλούν ζωντανό, τι σε ορίζει σαν το αντίθετο; Ποια η τοποθέτησή σου στο άγνωστο;

«Άσε με να είμαι κάπου! Ακούς; Σε ικετεύω, άσε με να υπάρχω!» Αυτή η κραυγή απελπισίας βγήκε ξαφνικά από μέσα μου, με όλη μου τη δύναμη! Απευθυνόμουν σε κάτι ανώτερο, σ’ έναν άγνωστο Θεό που δεν είχα, φυσικά, την παραμικρή ελπίδα πως θα μου εμφανιστεί. Μα για λίγο, για πολύ, εκείνη την ώρα ήθελα απεγνωσμένα να με ακούσει.

«ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;» Ούρλιαζα χωρίς να ξέρω αν αυτό ακούγονταν κάπου ή ήταν εντελώς άηχο. Είχα τρομάξει. Χωρίς φράχτες και όρια, χωρίς χρόνο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ζωή, χωρίς τίποτα γνωστό, είχα αναμφίβολα τρομοκρατηθεί!

«Δεν αξίζω, δεν είμαι άξιος της καλοσύνης σου, μα δώσε μου ένα στίγμα Θεέ μου! Είμαι εγώ, το πλάσμα σου, εμφάνισέ μου την ύπαρξή μου, βοήθησέ με να δω πέρα από το παραπέτασμα, σε εκλιπαρώ!» άναρθρη αγωνία που ξερίζωνε από πάνω μου και την παραμικρή λογική. Έκανα επικλήσεις, ικέτευα, έκλαιγα γοερά χωρίς να νιώθω μάτια ή δάκρυα, χωρίς να ακούω φωνή, όλα ήταν στο μυαλό μου, μα εγώ πού ήμουν;

Όσο περνούσε η ώρα, έτσι τουλάχιστον νόμιζα, πως η ώρα περνούσε, αυτό φυσικά μπορεί να ήταν πλάνη, γιατί αν δεν έχεις ένα σημάδι, του πότε ήταν το πριν, πώς να ορίσεις το πότε είναι το τώρα, καταλαβαίνεις, μπερδεμένα πράγματα, πάσχιζα να ξεδιαλύνω. Προσηλωμένος στο μοναδικό λοιπόν πράγμα που μου απέμενε, απορείς, τι απορείς, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα άλλο από αυτό. Ποιο; Τις σκέψεις μου, φυσικά. Το μοναδικό πράγμα που είχα για να ακούσω, να εστιάσω, να αντλήσω πληροφορίες, να οριοθετήσω χωροχρόνο και τον ίδιο μου τον εαυτό ήταν τελικά οι σκέψεις μου!

Οι σκέψεις μου και μόνο!

Από τη στιγμή που το αντιλήφθηκα αυτό σαν κάτι να άλλαξε μέσα μου. Αναλογίσου το λίγο. Είμαι σε απόλυτο σκοτεινό σημείο μηδέν, μηδέν όλα. Τι μένει; Εγώ. Εγώ ποιος; Εγώ αυτό που σκέφτομαι και μου μιλώ. Μια κατάσταση πρωτόγνωρη, για μένα τουλάχιστον. Την είχα άραγε προβλέψει; Συνειδητά ή ασυνείδητα επιδιώξει; Μπα, σαχλαμάρες λέω, η έκπληξη και ο πανικός μου είναι η τρανταχτή απόδειξη πως έγινε ερήμην μου. Δεν είχα καμία συμμετοχή σε αυτό το, πώς να το ονοματίσω, φαινόμενο.

*****

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με πείσμωσε έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη. Πώς πέρασα σε αυτή τη μετάβαση, από την άγνοια και το φόβο, στο πείσμα. Πείσμα για τι; Για ποιο πράγμα; Για να μην αφήσω να με κατασπαράξει η ίδια μου η συνείδηση. Ό,τι και να ήμουν,  όποια και αν ήταν η κατάσταση, έπρεπε να θέσω ένα στόχο, μια προσήλωση, ώστε όλο αυτό που άρχισε να γεμίζει αυτό που δεν υπήρχε στα μάτια μου να μη με αφανίσει. Οι σπασμωδικές ανούσιες κραυγές των συνειρμών μου δεν είχαν νόημα. Κατανάλωνα μια ενέργεια και η σκέψη ότι την έτρωγα από αλλού και ίσως μου χρειαζόταν μετά, με πονήρεψε. Να κρατήσω δυνάμεις. Να συγκροτήσω ό,τι απαρτιζόταν από μένα.

Μη φανταστείς πως συνέχιζα έτσι με τον ίδιο ρυθμό, θα ήταν εντελώς άδικο να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις μου περάσαν σε μια ταλάντωση ακραίων συνειρμών που περιλάμβαναν, σε διαβεβαιώ, όλη το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων που μπορείς να υποψιαστείς.

Και πάνω εκεί, στο σημείο του επικείμενου ολοκληρωτικού αφανισμού μου, έγινε κάτι το φοβερό. Δεν μαντεύεις ε; Κούνησα τα δάχτυλα του χεριού μου. Όχι, για να ακριβολογούμε, ένιωσα ότι κούνησα τα δάχτυλά μου, που πάει να πει πως ξαφνικά απέκτησα συναίσθηση του χεριού μου! Απέκτησα την βεβαιότητα πως έχω σώμα! Ξέρεις τι συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή! Τι συγκίνηση με συνεπήρε!

Από εκείνη τη μαγική εμπειρία και μετά, το περιεχόμενο και η ένταση των συνειρμών μου άλλαξε. Πέρα από τις όποιες απορίες που μπορεί να είχα για την κατάστασή μου φυσικά, για το τι μου συνέβη, για την απουσία του θυμικού μου, για την ταυτότητα μου, τον ορισμό του χώρου γύρω μου, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο, αυτά φάνταζαν, πως να στο πω, δευτερεύοντα. Είχα ξανά αυτό που αναζητούσα, την πολυπόθητη επίγνωση στα χέρια μου, έτσι ένιωθα, πως είμαι κάποιος και είμαι τοποθετημένος κάπου. Γιατί το ανάποδο, καταλαβαίνεις, θα με περνούσε σε μια ανυπέρβλητη δύναμη την οποία δεν θα ήξερα πώς να τιθασεύσω.

*****

Αυτή η τελευταία σκέψη, έμεινε σαν ηχώ να επαναλαμβάνεται μέσα μου. Δεν ξέρω για πόσο. Μέχρι το σημείο που η πολυπόθητη επίγνωση, όχι, η συγκίνηση της πολυπόθητης επίγνωσης της μη ύπαρξής μου σε κενό, μου δημιούργησε ένα κενό. Ένα κενό που άρχισε να σκίζεται μέσα μου, μέσα στο χώρο της σκέψης μου και να ξεδιπλώνεται από μέσα του ένα νέος, μεγαλύτερος φόβος.

Αν ό,τι ήμουν εκείνη την ώρα, αν αυτή η εν δυνάμει απεραντοσύνη χωρίς όρια χανόταν μπροστά στην επιστροφή των ορίων μου; Θα υπήρχε η ανάμνησή του; Αν υπήρχε κάποιος να με βεβαιώσει πως ό,τι είμαι μέσα στις σκέψεις μου μπορώ να γίνω και το περίβλημά μου, φαντάζεσαι τι νέες προοπτικές θα δημιουργούσε αυτό στην κάθε υπόσταση και στις σκέψεις του; Το αντίθετο;

Τι θα έκανες στη θέση μου, τι θα έκανε ο οποιοσδήποτε στη θέση μου; Αυτό έκανα κι εγώ.

*****

 

Το διήγημα γράφτηκε στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής με τον Γελωτοποιό/Sanejoker.

 

Αντανάκλαση

Ένιωθε να εξαϋλώνεται. Συχνά τον έχουν αποκαλέσει αόρατο, πάντα τον κάνει να χαμογελά αυτή λέξη. Απόψε όμως στα χείλη ούτε καν μειδίαμα. Ούτε πόνος, ούτε τίποτα. Μόνο εκείνα τα χρώματα.

*****

Το πιο πιθανόν, βέβαια, ήταν πως εκείνες μπερδεύονταν. Όσο πιο μακρινό το ταξίδι τόσο πιο σαγηνευτική η παραπλάνηση. Το παιχνίδισμα γίνεται μοναδικό, μπορεί να πεθαίνει και να γεννιέται ξανά και ξανά, να χάνεται και να χάνει. Δεν τον πειράζει. Το να διαμελίζεται είναι από τα πιο γλυκά του συναισθήματα. Τις φορές που καταφέρνει να νιώθει. Συνήθως δεν νιώθει τίποτα. Το έχει ξεστομίσει 2-3 φορές αυτό, μα αδύνατον. Φάνταζε πάντα αδύνατη αυτή η πρόταση, δεν έβγαζε νόημα, το μη κενό, το οποιοδήποτε μη κενό είναι πιο αποδεκτό στον ανθρώπινο νου, από την απόλυτη ανυπαρξία.

Καμιά φορά ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθεί πως έχει ψυχή. Σαν την αίσθηση πως μισοκλείνει τα μάτια και βλέπει τον εαυτό του παιδί. Κρατά ένα μεγάλο καράβι και τρέχει προς τη θάλασσα. Πλησιάζει και την ώρα που σκύβει να το βάλει στο νερό, κάτι γίνεται και το νερό μαυρίζει. Και μετά ξαφνικά βρίσκεται σε παγωμένο τοπίο. Η ανάσα του βγαίνει σα σύννεφο, σαν ανάσα μικρού δράκου. Σκύβει στην κρυσταλλένια λίμνη και το είδωλο που βλέπει είναι ενός γέροντα, με λευκή γενειάδα. Ο χρόνος έχει οριστεί αλλιώς, σ’ ένα ταξίδεμα που τον αναγκάζει ολοένα να φεύγει και να φεύγει.

“Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του” σαρκάζει συχνά τον εαυτό του με τις λέξεις του ποιητή. Δεν πέφτει. Πέφτει όποιος υπάρχει και κείνος δεν υπάρχει.

Υπάρχουν όμως τα αποτυπώματά του. Φροντίζει όλες του οι συμπαντικές δυνάμεις να διανέμονται τρισδιάστατα και μη στο χώρο, με έναν τρόπο που ελάχιστοι θα μπορούσαν να συλλάβουν. Για τους έξω είναι απόλυτα δομημένος στο βαθμό που να εμπνέει σεβασμό, αποδοχή, έμπνευση, ικανότατος σε ό,τι καταπιάνεται στη δημόσια εικόνα του, ισορροπημένος, με αίσθηση του χιούμορ και ισχυρή παρουσία, όχι της κραυγαλέας ματαιοδοξίας, μα της ελπιδοφόρας και παραγωγικής δύναμης.

Εμποτισμένα στοιχεία ενσωμάτωσης. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να κινείται με άνεση από τον ένα χώρο στον άλλο, κάτι βέβαια που από μόνο του δεν είναι επιλήψιμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι τοποθετημένοι σε ένα περιβάλλον φορούν με το διάβα του χρόνου τα ενδύματα που ορίζονται από τα πρότυπα και τους κανόνες αυτής.

Ποιο ήταν το χρονικό σημείο που η ενσωμάτωση αυτή ήταν πλήρως ελεγχόμενη και σε αντιδιαστολή με τις υπόλοιπες αόρατες εκφράσεις της δημιουργικότητας και των χαρισμάτων του, ήταν κάτι που τον είχε ρωτήσει και εκείνη πάνω από μια φορά. Δεν της απάντησε ποτέ. Έπεφτε συχνά στην ίδια της την παγίδα και έβγαζε δικά της βιαστικά συμπεράσματα ή έκανε εικασίες, τουλάχιστον αρχικά.

Η αλήθεια βέβαια ήταν άλλη. Πως δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, όπως συχνά αρέσει στις θηλυκές υπάρξεις να ταυτίζουν τον πόνο και την αίσθηση καταστροφής κάποιου με ένα δύσκολο παιδικό βίωμα ή μια ερωτική απογοήτευση. Όχι. Υπήρχαν βέβαια τέτοια, ίσως παραπάνω από ό,τι η καρδιά του άντεχε, μα δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ούτε και κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο υπήρχε. Σαν να ήταν κάτι κρυμμένο από πάντα μέσα του και μεγάλωνε μαζί με αυτόν.

Αν παρατηρούσε κανείς τις λεπτομέρειες της ζωής του, δεν υπήρχε κάποιο εμφανές σημάδι, κάποια ανακολουθία. Το αντίθετο. Όλα φαινόνταν πως χορεύουν γύρω του σε μια σφιχτοδουλεμένη αρμονία. Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί πως τις περισσότερες φορές κατανάλωνε και την τελευταία του ανάσα.

Είχε, ωστόσο, αυτό το χάρισμα, να μπορεί να επιβιώνει με το τίποτα. Όταν ένιωθε πως οι αναπνοές έσβηναν, είχε μυστικά οπλοστάσια. Ήξερε πολύ καλά. Άσε που όποτε και να έβγαινε έξω, γέμιζε ολόκληρος ουρανούς, αιματοβαμμένα δειλινά και άστρα και έδινε πνοή στα πάντα με έναν τρόπο τόσο μοναδικό που σε έκανε να νιώθεις πως ήταν προφήτης ή δυνατός πολεμιστής.

*****

Από τη μέρα που τη συνάντησε ξαναζεί. Αυτό που έχει ζήσει ξανά και ξανά αιώνες τώρα. Αυτό που μπορεί και του γαντζώνει σαν τανάλια τα σωθικά και έτσι αποκτά συναίσθηση της θέσης τους πάνω του. Μαζί ύφαιναν θάνατο, φιλιά και θάλασσα. Ρουφούσε μέχρι μέσα την ύπαρξή της και γέμιζε ολόκληρος με τις αποχρώσεις της, δυνατές όσο τίποτα, από κεχριμπάρι και έβενο. Μια λεπτή ισορροπία που το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να βουτάει τα χέρια του στα χρώματά της και μετά να τα τινάζει με φόρα για να πιτσιλάει το σύμπαν τριγύρω.

Όλο και πιο πολύ όμως αβάσταχτο αυτό το συναίσθημα, του Άτλαντα, το βάρος στους ώμους του από το μενεξεδί ταβάνι, τον λυγίζει. Και μετά μαύρο. Εκείνη η μικρή κουκίδα που μεγαλώνει και μεγαλώνει σε έναν χώρο που απλώνεται σαν πεδιάδα στα μάτια του και απειλεί να τον καταπιεί ολόκληρο. Εξορισμένος από πάντα σε κόσμους που ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορούσε να κοιτάξει. Μα και πάλι. Μαζί της νόμιζε πως θα έσπαγε τον αδιαπέραστο πάγο, θα τις έδειχνε τις ατελείωτες πεδιάδες με το χιόνι και τις ανελέητες εκτάσεις της ερήμου και τα απόκρημνα και θα διέσχιζαν, έστω και για λίγο, μαζί τις έναστρες λίμνες.

Χαμογέλασε στεγνά. Το τέλος ίδιο κάθε φορά. Στο όνομα της αγάπης τους ζητούν, ζητούν να λάβουν χωρίς να υποψιάζονται. Όσο τους δίνει τόσο εκστασιάζονται, δεν χορταίνουν, κόβουν κομμάτια του, τα μαλάζουν και τα μπήγουν στα κενά τους. Και κοιτούν το μελαγχολικό του χαμόγελο, χωρίς να παρατηρούν πως στα λουκούλλεια γεύματα εκείνος τους προσφέρει τον ίδιο του τον εαυτό, το κορμί του μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ξεσκισμένο σαρκίο. Υπάρξεις που όχι μόνο δεν ξέρουν να δίνουν, μα που τολμούν και θέλουν χωρίς να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται, πέφτουν πάνω του με ορμή, όχι απλά να ξεντύσουν μα να τον αφανίσουν.

Η ομορφιά του έρωτα συνίσταται στη λήθη. Και στην ψευδαίσθηση πως τα κομμάτια που με τόση λύσσα αποζητούμε από τον άλλον, αν τα κολλήσουμε πάνω μας θα πάρουν το σχήμα όσων μας λείπουνε. Η αλήθεια είναι πως ό,τι κολλάμε πάνω μας με βία, αυτό όχι μόνο δεν μπολιάζεται, αλλά σαπίζει. Και αυτά που λείπουν πολλαπλασιάζονται. Σκέψεις που δεν κάνει για πρώτη φορά. Όχι όμως πως δεν καταλαβαίνει. Την ευθύνη των τυχαίων του επιλογών.

Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Τον αγάπησε, την ένιωσε την αγάπη της. Όπως μπόρεσε. Μα στο τέλος η επιμονή της να πετάξει τις μάσκες του ήταν τόση που εκείνος, σε μια ολιγόστιγμη αδυναμία, ενέδωσε. Νεκρός πια κοιτάζει. Αυτό που ποτέ της δεν κατάλαβε, ήταν πως σε κάθε προσωπείο του ήταν εκείνος. Εκείνος με όλα όσα βλέπει τώρα μέσα σε κείνο τον καθρέφτη, τα χίλια πρόσωπα της ψυχής του. Ντυμένα στα χρώματα που εκείνη αγάπαγε.

*****

Λυπημένη καθώς ήταν άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος δεν ήταν ήλιος, ένα ξέπλυμα πινέλων ήταν. Δεν μπήκε καν στον κόπο να αναζητήσει με το βλέμμα της κίτρινα και κόκκινα λουλούδια, τα μάτια της, το χαμόγελό της, είχαν μαραθεί.

Αφανίστηκαν μαζί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να πετάξουν μέσα στο ίδιο τους το όνειρο. Βυθισμένη στην ανάσα του είχε ξεντυθεί από πάνω της τα πάντα. Ό,τι δεν ανήκε στην ψυχή της. Ό,τι ήταν ψεύτικο, για χάρη του. Καθώς γύρισε το πρόσωπο η αντανάκλασή της φάνηκε στο τζάμι. Τρόμαξε. Το δέρμα της είχε αλλάξει, ήταν πια ανακατωμένο με τις αποχρώσεις του.

Στη θέση του προσώπου της, όμως, ήταν ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μεγαλοπρεπές κενό.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι 23.jpg

Κενή ώρα

Το δειλινό έλιωσε το βράχο,
ροδόχρωμα σύννεφα στάζουν
μέλι πάνω στην αλμύρα,
μια αόριστη τρυφερότητα
για όσα δε θα πεις
μα είναι εκεί,
αιωρούνται
όπως η αύρα της άνοιξης.

Τσιμπολογώ
την κενή ώρα,
χωρίς παραλλαγές.
Ο καθρέφτης αναμένει.

Ο γάτος μου

Δεν έρχεται ποτέ όταν τον φωνάζω,

τις ώρες εκείνες που απλώνω

τα χέρια με λαχτάρα

κάνει βήματα προς τα πίσω

κοιτώντας με στα μάτια,

λες και μαντεύει το ξεχείλισμά μου

και αντέχει να το πάρει

μόνο απ’ το βλέμμα.

Και κάτι στιγμές

που έχω γενικότερη επίγνωση

για τη μορφή του στο χώρο μου

αλλά καταπιάνομαι με κάτι

που αγαπώ

και για λίγο

ξεχνώ ακόμα και την ύπαρξή μου,

με ξαφνιάζει μια ανεπαίσθητη ανάσα,

γυρνώ το κεφάλι

και είναι καθισμένος ακριβώς πίσω μου,

με ένα γλυκό ύφος,

σαν να λέει,

είμαι δω, μη με ξεχνάς

αλλά συνέχισε.

.