
Μια αρμονία που γλιστράει
απ’ τις κόγχες,
ανακατώνεται
με τη βουή της θάλασσας
και βασιλεύει,
πάντα εκεί,
την πολύχρωμη ώρα.

Μια αρμονία που γλιστράει
απ’ τις κόγχες,
ανακατώνεται
με τη βουή της θάλασσας
και βασιλεύει,
πάντα εκεί,
την πολύχρωμη ώρα.

Όλο και πιο κατεβασμένο το κεφάλι.
Ο λόγος
άρχισε να καταγράφει ραγίσματα.
Λίγο πιο πέρα
γελούσαν στη γλώσσα τους παιδιά
κι ένα βασίλειο
απείθαρχο και ζουμερό
έσπαζε σε ωμά κομμάτια
την άγρια λύπη.

Μικρές μικρές άγκυρες
καρφωμένες μες στο στόμα.
Ασημίζουν από πάνω τα πουλιά.
Κυλάει νερό,
η ορμή του αλλάζει
το σώμα
τη φωνή
τη βροχή.
Αφρισμένα κομμάτια,
αστέναχτοι κύκλοι,
και ιερές αμυγδαλιές,
ανοίγουν και κλείνουν
κι ονειρομαχούν με τη γυμνότητά τους
σ’ άγνωστες χώρες.
Ξανασαίνει ό,τι είναι κουρασμένο,
πιανόμαστε μ’ ασφάλεια
στις μπουκιές της νύχτας
που εκθειάζει τα χέρια μας,
και σκάβουμε,
σκάβουμε,
ν΄ανοίξουμε διαφυγές
σ΄ απείθαρχους φόβους
κι ανίδεες ανάγκες.
Μιλώ με το χάρισμα γενναίας πατρίδας,
ακούς με τη γλώσσα στις πληγές μου.
Ξεχύνονται, ήλιος σε τρυπημένη σάρκα,
θαλασσόφτερα αρραγή πουλιά.


Με ορίζει μυημένη σιωπή,
βγαίνω με τα δάχτυλα
να κλείσω τη νύχτα,
χύνεται στα ρουθούνια μου
η ευωδιά χυδαίων ρόδων,
μένω ασάλευτη,
γύρω μου χειρονομούν
σκουρόχρωμες λωρίδες
με άστρα μαστιχωτά
και φοινικόδεντρα με πανύψηλες σκιές,
δροσάτη ριπή πιέζει το σώμα μου,
γυρεύει να μάθει
την ανέγγιχτη μνήμη
και το φως τεθλασμένο
αποσκεπάζει τους ήχους μου.