[Κάτω από την ησυχία…]

Κάτω από την ησυχία
σκοτεινιάζει το νερό.
Σκύβω επάνω του,
πορφυρές αναλαμπές
φιλούν ξάστερα τα μάτια μου.
Σχηματίζεται ολοένα
και πιο διάφανο
το πνεύμα του αγριμιού.
Ακολουθεί μ’ ευλάβεια
το στόμα απ’ τα ηλιοτρόπια,
είμαι μέσα τους,
είμαι μέσα τους,
λικνίζονται μικρά μαύρα νησιά
στο κέντρο της ολάνοιχτης δύναμης.
Ο ουρανός σταλάζει μυθεύματα άστρων
και γλιστρώντας στην ονειροπαρμένη νύχτα
σιωπώ
σαν γυναίκα-λίμνη
ή πέτρινη καταιγίδα.

[Μεταμορφώνεται…]

Μεταμορφώνεται
σε στρογγυλό νερένιο κύκλο,
μέσα του σκιρτάει μαλακωμένο τ’ όνειρο.
Τις συλλαβές μου
να συντρίψεις με τα δόντια,
για να μπορέσω απ’ την αρχή
να παλαβώσω
τους ακίνητους συσκευασμένους κόσμους.

[Σ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι…]

Σ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι
η γαλήνη.
Φορτωμένη η βραδιά
μ’ ό,τι χύνεται στις αντοχές μας
πίνει αμίλητη από τις αγριελιές
και το κλειστό μας στόμα.
Η Πούλια των σκοταδιών
τρίβει τα πλουμιστά της μάτια
και στο βάθος
σπέρνεται μ’ αστρόσκονη
η γύμνια μιας μελωδίας.
Με δρασκελιές κι αγγίγματα,
ανηφορίζουμε τυφλοί
σε πορφυρένιο κόσμο,
στη γη τραχεύουν τα τριζόνια.
Μονάχα να συλλογιέμαι
μια πρόφαση,
για τα χρώματα που σπαρταρούν
στα στήθεια του ορίζοντα.

[Το φως σώπαινε…]

Το φως σώπαινε
για να τρίζουν τα δέντρα
και κάτω απ’ το άγγιγμα
μυθικών σκιών
πευκοβελόνες.
Σ’ έναν χρόνο
ίσαμε τον συντονισμό,
θ’ αναδυθεί η ομορφιά ανέγγιχτη
και μικρές θαλασσινές γκριμάτσες
θα πλάθουν μ’ ήλιους το βλέμμα μας.
Κρατώ ευλαβικά κόσμους
με ολάνθιστες γωνιές
και ζωηρά τερετίσματα.
Ένα γεράνι μ’ άγγιξε με το στόμα.
Γαλήνεψα ξυπόλητη
σε τριανταφυλλένια δύση.

[Δεν κοιτάζω, αστράφτω και ξεχύνω…]

Δεν κοιτάζω,
αστράφτω και ξεχύνω
τις μικρές δυνάμεις μου στο χώμα,
να ιριδίζουν πάνω τους
του ήλιου τα φιλήματα
και να κοκκινίζω άγρια και παιδιάστικη μαζί,
στα ησυχότατα περάσματά σου.
Πλανιέμαι κι ενδίδω στα άνθη
που σκάνε ταπεινά κι αυτάρκη
σε μοσχοβολισμένη γη και θάλασσα,
στους καρπούς της αχλαδιάς
που βαστάει τα ξεκλείδωτα άστρα μου,
στο χρώμα τ’ ουρανού με το μελωμένο στόμα,
την ώρα που λεύτερος σκίζεται στη δύση.
Χορεύει μέσα στη νύχτα,
σαν κύμα, μια πεταλούδα.
Και σφιχτοδένεται το θαύμα της φλόγας της
στη χαρά της ιδρωμένης μας γαλήνης.
Δεν κοιτάζω,
αφήνω τις πνοές μου κατάστηθα, λάφυρα
στους γαλαξίες που με νοούν.
Μια τελειότητα που σήπεται,
γεννά καμπύλες κι αρχαία βαθουλώματα.
Μια νουμηνία αλαφροΐσκιωτη,
με τριαντάφυλλα να φανερώνει τη στοργή της.