[Θέλω να περισώσω τα όνειρα…]

Θέλω να περισώσω τα όνειρα
από τις φωτιές,
να τα τυλίξω με τη γλώσσα μου
με φύλλα ασημιά,
να τρεμουλιάζουν, ν’ απλώνονται
και να πετούν στιλπνά μεσ΄ στη θαμπάδα.
Μα είναι το στόμα μου τραχύ και κοφτερό,
πέταλο πέταλο τ’ απογυμνώνει
και σκύβει ο άνεμος ψαχουλευτά
να δοκιμάσει της σκοτεινιάς το διαρκές.
Ανορθωμένα απομεινάρια, σαν γκρίζο μάρμαρο,
επίπονη αλλοτρίωση
για να εξηγείς χιλιάδες χρόνια,
και μια στάχτη-ωκεανός απλώνεται
από κάτω μας.
Εκλιπαρούν τα μάτια μου
την ξεχασμένη ομορφιά,
τις μελωδίες στις άκρες του κόσμου
με τα λουλούδια τα μοναδικά μπηγμένα μέσα,
εκλιπαρούν τα μάτια της ελπίδας,
εκείνα που θα γινόταν ανέμελα,
για να χωθούν χρωματιστά,
χωρίς ταυτότητα,
βαθιά μας.

[Σκαρφαλώνω απόψε…]

Σκαρφαλώνω απόψε, χωρίς ανέμους,
εκεί που ακούω
των αστεριών την πτώση.
Θαλασσινές λεπτομέρειες
και τα μάτια μου
πώς να πλαγιάσουν
και πάλι στο σκοτάδι.
Το άγγιγμα της χαραυγής
κρύβει μέσα του
των σωθικών τους ήχους,
ψιθυρίζουν στων πουλιών την κίνηση
τα κοφτερά νερά,
τ’ αλάθευτα τραντάγματα.

[Έξω από φως εμφανής…]

Έξω από φως εμφανής,
σα να μαντεύω
το φεγγάρι.
Δεν ακούω άλλη αίσθηση,
δύει και στάζει σκιές.
Σε γαλάζια σημεία
κελαρύζεις,
κόσμος αιώνιος,
μα ολόισια στο βλέμμα μου
σε γύρεψα
γεμάτη χυμούς και γέλια
και κόκκινη τρέλα.
Να σε ξαναπλησιάσω
ανοιχτή
γεμάτη φωνήεντα,
ή να μπω ως στο στήθος
στο ασημένιο κενό;

Υπερβολή

Ανοίγω τα μάτια,
ο βηματισμός έχει χαθεί,
σιμώνω ένα άγριο απόγευμα
τις ώριμες μέρες.
Μικρόσωμες φλόγες
φτεροκοπούν στον ορίζοντα,
καταπίνουν την υδάτινη επιφάνεια
με τρόπο που χωρίς ίχνος τρόμου,
εγκαταλείπω τη σύγκρουση.
Υπερβολικά τρυφερή,
θα πρέπει να μάθω ν’ αγγίζω
τον χρόνο
μονάχα με τη σάρκα
της ακρίβειάς μου.