
Συσσωρεύεται η ιστορία
μετά τα μεσάνυχτα,
σε κάτι μικρά, ανολοκλήρωτα σχέδια.
Μ ένα ξαφνικό πέταγμα γλάρου
ζωντανεύουν στον ουρανό
μικρές αλήθειες,
τυλίγουν – σαν ώριμος ψίθυρος – τα σχήματα.
Ο σαματάς μου πλαγιάζει
και κρύβει το πρόσωπό του
στο μαξιλάρι με το γαλάζιο μετάξι.
Απ’ τα έγκατα του σώματός μου
ακούω τις μελωδίες,
που διαταράσσουν τη λήθη
και μια άλλη γλώσσα,
που δεν γνωρίζω
κι όμως σου τη μιλώ από πάντα,
σου διηγείται απαλά
για τα σινιάλα και τ’ άστρα.