[Περιστρέφονται τα όνειρα…]

Περιστρέφονται τα όνειρα
γύρω από τις αμυγδαλές
ενός κόκκινου θεού,
να πασπαλίσω τον χώρο λουλούδια
να μην υπάρχει τίποτα γραμμένο
από την άλλη πλευρά τ’ ουρανού,
μόνο οι ώρες
των πουλιών με τ’ απλωμένα χέρια,
οι ζώνες του ήλιου
σαν συναντούσαν το νερό,
φλέβες που στην άκρη του μυαλού
θώπευαν μνήμες.
Ανάμεσα σε κρέμα και σύννεφα
η φωνή σου ανολοκλήρωτη
σε διαμαντένιους ψιθύρους,
μεταλλάσσεται η αμμουδιά μπροστά στη θάλασσα.
Αναπνέω ακόμη χρυσάφι.

Ένα καλάθι με αστέρια

Βλασταίνει ξανά και ξανά
το λουλούδι στο χρόνο
με τις ασημένιες πληγές.
Τα μάτια μου, συλλογίζομαι,
βλέπουν πάντα το ακατόρθωτο,
στο νησί με τα ζωηρά όνειρα
και τους ανέμους απ’ τις νότιες θάλασσες
αφήνω ένα καλάθι με αστέρια,
αυτά των παιδικών μας χρόνων,
να φτερουγίζουν στις νύχτες
να σου θυμίζουν τις ευχές σου,
ν’ αλαφραίνουν τα χρόνια σου,
να ερμηνεύεται πορφυρή, τρυφερή,
δροσερή και γαλάζια
η πνοή σου
σε κάθε ανατολή,
να σκορπούν τα βήματά σου
μελωδίες από τα πέλαγα ως τ’ ακροθαλάσσι,
κι άναρχους ροδανθούς
σ’ όλα τα μονοπάτια.

[Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους]

Δροσιά στην αυλή με τους κρίνους
κι έβγαινε απ’ τ’ αστέρια μουσική.
Γλυκομίλητη μια μέλισσα
ανακάτωνε τον λογισμό μου,
πότιζα μυστικά τα ξέσκεπα παρτέρια,
να μπολιαστούν μικρές χαρές
στα σωθικά της γης μου,
να λαμπυρίζει γύρω τ’ όνειρο
κι οι φλέβες του πελάγους,
να κρατηθεί θεϊκό το φως
στ’ αυριανά μας μονοπάτια,
γαλάζιο ν’ αντηχεί νερό
και μια μαγεία αλλόκοτη
να μας φιλά στα μάτια.

Με μέλι και πετιμέζι

Σ’ ένα φως και άλλο φως
τα σχήματα γίνονται πουλιά,
άνεμος ξεφυλλίζει τα μάτια μου,
από δικό σου χάδι
πολύχρωμα λουλούδια,
από δικό σου νοιάξιμο
αστέρια και καλούδια,
μπόλιαζες με υπομονή
λόγια της καλοσύνης
κι ανάμεσα στα περβόλια σου
άνθη, ζώα και ρίζες.
Γεμίζει η νύχτα λεπτοκαμωμένες
ολόλευκες δαντέλες,
γεμίζει η μέρα
ηλιόμορφες σιωπές σου,
να σεργιανούν στα σύννεφα
τα αλατένια πόδια σου,
κι ώριμα τρίμματα σταχυού
μέσα στα δάχτυλά σου,
να χύνονται απ’ τις μνήμες μας
μικρά χρυσά βουνά,
λεπτά δεντράκια με ελιές,
γλυκό κυδώνι
και ‘κείνο το αφρατοζύμαρο
που ‘τρεχε από τα μπράτσα σου
κι έπλαθε θαύματα
με μέλι και πετιμέζι,
βαστώ χρώμα ροδόχρωμα
κι όλες σου τις αχτίνες
να γράφω για τον κόσμο απαλά
και να κουβαλούν τα χέρια μου
μαζί και τις ευχές σου.