Προσφυγή

Εμείς
που γυρνάμε και γυρνάμε
γύρω από σκονισμένο φως,
αφήνουμε το βλέμμα μας να βαραίνει
στα σκοτεινά νερά,
γονατίζουμε σ’ αγκαθωτούς ανέμους,
κόβουμε την ασπλαχνία των θεών
με τα δόντια,
πέφτουνε μεγάλα κομμάτια σήψης,
ό,τι τρώμε τώρα είναι καπνοί,
είναι η γλώσσα του ύπνου
που τρίβουμε επάνω της
αλάτι και δεντρολίβανο,
είναι το αίμα του σκισμένου πελάγους
που αλυχτά για τις νερένιες ψυχές.
Ανήμποροι
να στολίσουμε τη ζωή,
μαλάζουμε το φως του φεγγαριού,
και το βουτάμε λευκά μαργαριτάρια
για να προσφεύγουμε στα βάθη.

Leave a comment