
Ο κόσμος γλεντά
τη διάλυσή του.
Είμαι δύσπιστη.
Ό,τι έπλασα
αψηφώντας τη γύμνια μου
φωτίζεται από άστρα,
διαβρέχεται απ’ του νερού την ομορφιά
και υπάρχει στους κήπους
με τ’ αγέννητα ρόδα.
Με κοιτάζεις με την όψη
της γαλάζιας βροχής
όλο και πιο λίγο.
Θαρρείς καταλαγιάζει έτσι
το φύσημα που κάνει διάφανες
τις ανάσες μας στο φως.
Τα παπούτσια μας γεμάτα αλάτι
από τα μέρη που περπατάμε από μικροί
μέχρι τις άκρες των χαμένων οριζόντων,
υψώνονται τα βήματά μας
ψάχνοντας την αυγή
που δεν θα έχει φαγωμένο πρόσωπο.