[Φωλιάζει η άνοιξη…]

Φωλιάζει η άνοιξη
σε κάθε χορτάρι,
θα στραφώ σε σένα
που έχεις το όνομα του αηδονιού
και του λιογέρματος
για να πιστέψω στο θάρρος μου.
Όλη μέρα τινάζω την καρδιά μου,
πέφτουν ανθοί, όστρακα και νιφάδες,
αγγίζω το μυαλό της ολοζώντανης φύσης,
ξέρει πώς να κεντάει μετάξινο
το χάδι της στον άνεμο.
Ισορροπία
επάνω σε λουλούδια.

[Τα μικρά ροδόλευκα δέντρα…]

Τα μικρά ροδόλευκα δέντρα,
τα γλυκόηχα νερά,
η κομψότητα από τ’ άνθη
που τρίβονται επάνω στους βράχους,
όλα πατούν στην γη τρυφερά.
Μονάχα αυτό
που με καταπίνει
πριν πέσω στη θάλασσα
αφήνει επάνω μου
βαθιά πεπρωμένα
και τη γητειά του φεγγαριού
να τρυπάει των πόνων το φτέρωμα
και τους λεπτούς μετάλλινους πόθους.

[Σε μια επικράτεια…]

Σε μια επικράτεια
που μπορώ και αφήνομαι
πέρ’ απ’ τις πράξεις,
πέρ’ από τα λόγια και τ’ αμίλητα πράγματα,
ζεσταίνω αιωρούμενα σωματίδια
που ξεπηδούν από ομορφιά και θάνατο,
τα ενώνω με τη σκοτεινή δίψα του ήλιου
και ψηλαφίζω το βαθύ σου αποτύπωμα.
Να με σκορπάς με τις κρυμμένες φτερούγες
τελειωτικά
όπως με κάνεις να γελώ.
Ρίχνω με τα κλειστά μου μάτια
ασύνταχτη βροχή,
την ώρα που αγκαλιάζω
το αίμα σου.