[Μέχρι να ξημερώσει…]

Μέχρι να ξημερώσει
κατεβαίνει το φως απ’ τον ουρανό,
πλησιάζει την αγκαλιά της γης,
τα σκοτεινά μας μάτια.
Σβήνονται τα σημάδια
πάνω στις πέτρες,
ένας ασημένιος άνεμος
μιλά γαλήνια στους αγγέλους,
ψιθυρίζει λόγια αιωνιότητας
όπου κουρνιάζει η καρδιά μας,
άνθη αγνά στολίζουν την παλάμη μου,
τρίβουν με τρόπο θαυμαστό
τα παγωμένα σύμπαντα,
σέρνουν χυμούς, φωτιά και βάθη
σε ρυάκι πλατύ και καθάριο,
κι έτσι μπορώ, δίχως ύλη και χώρο,
να σ’ ακουμπώ άγια στο στήθος,
μονάχα για προστασία.

Leave a comment