
Μια μνήμη-τοίχος
ορθώνεται πάνω απ’ το χιόνι,
φεγγάρι ολόλευκο
βλασταίνει ανάμεσα,
τί ήταν το πιο αγνό,
να το κόψω με τα δόντια
και να στο μπήξω σα λουλούδι
στο διαυγές του χρόνου
που κατοίκησε μέσα σου,
η ομορφιά από μετάξι
ν’ ανθίσει αληθινή
κι ό,τι μάγευε τα γαλάζια τριαντάφυλλα
να κυλήσει πέρα από τις σκιές και το σκοτάδι,
μέχρι το εφήμερο να πεταχτεί σαν αίμα πορφυρό
απ’ τ’ ακάνθινα χείλη μας,
μέχρι να μην χρειαζόμαστε τίποτα πια,
παρά μόνο το νερό.