[Κουνιέμαι στην άκρη των πραγμάτων…]

Κουνιέμαι στην άκρη των πραγμάτων
με μια προσμονή
για την καταιγίδα της άνοιξης
με τα κοσμικά μάτια.
Ασημογάλαζες δυνάμεις
ξαπλώνουν τριγύρω,
σπρώχνομαι μέσα τους
με παιδιάστικο τρόπο
για να φωτίσουμε
το πιο ψηλό κάστρο.
Σχηματίζονται
ολοένα και περισσότερα μυστήρια
στις διακλαδώσεις μιας ανεξιχνίαστης λήθης,
μιας αναπότρεπης λύτρωσης.

[Επικαλούμαι…]

Επικαλούμαι
τον οισοφάγο της ασφάλτου,
τη νυχτώδη ένσταση,
τις τρεχάλες του χρόνου
γύρω από τα χείλη μας,
τα παλέματα τ’ αληθινά,
όταν νιώθαμε τα πράγματα
και μας δρόσιζαν τ’ άστρα.
Κι αυτή η μυρωδιά της άνοιξης
που φουσκώνει,
γίνεται απ’ την αρχή πατρίδα μου,
με περιμαζεύει
από ρευστούς κισσούς και θάλασσες
και χωματένια δάση.
Ακουμπώ στα μάγουλα της σιωπής
κρασάτες ανεμώνες,
γίνονται φωνή,
γίνονται όργωμα.

[Δεν βρίσκεσαι…]

Δεν βρίσκεσαι,
τα μάτια σου σκούρα περιπλανώμενα άστρα,
φυσάει δαντελωτά,
άγριες τουλίπες σε χρώμα πορφυρό
στέκουν με τα κοτσάνια τους
άγρυπνοι φρουροί,
μπορεί και να μου ‘σφιξαν για πάντα
μες στη σάρκα τους τις μνήμες,
τρεμοπαίζει το φως,
ξεριζώνω σαν αγριόχορτο
το σκοτάδι απ’ τη ρίζα.

Δεν βρίσκεσαι,
κάτι φύλλα σαλεύουν στον αγέρα,
τα χέρια σου τα χάζευα πολύ μέσα στον χρόνο,
άνθη του εβένου σημαδεύουνε την ώρα,
πλημμυρίζει ο κόσμος βροχή,
μα η άνοιξη τιμά με τις κόρες της
το γέλιο του ήλιου,
όλα δίπλα απ’ το ποτάμι
κι από παντού ευωδιάζει χαμομήλι γλυκό.
.
.
22.7.1932 – 16.3.2025 🕯️

[Έρχεται ένας άνεμος…]

Έρχεται ένας άνεμος,
– τον ακούς; –
είναι από τόπους άλλους,
κουβαλά κρινάκια,
αρχαία ηχώ
και μουσική από τους ωκεανούς,
η φωνή του χύνει ανθόνερο
κι αλλάζει την ροή των ποταμών,
την νύχτα
τον ύπνο μας.
Όλα τ’ αλλάζει.

[Ό,τι δεν γίνηκε λόγος…]

Ό,τι δεν γίνηκε λόγος
ήταν γραφή σε γαρυφαλλένια ξυλάκια,
συλλαβές αρχαίες, για το ταξίδεμα και μόνο.
Οι αισθήσεις που έχουν ξοπίσω τους
το μουγκρητό της θάλασσας
και τη σκιά της αλκυόνας
μπαίνουν ανάμεσα στα γρανιτένια καλντερίμια,
ανθίζουν σε ακατοίκητα βάθη.
Ένας νοτιάς μας σηκώνει στα χέρια
και μας επιστρέφει στα έντερα του γαλαξία.
Αιμοσταγής ο χρόνος
ψαχουλεύει στα πλευρά μας
τους πίδακες με τα χρυσαφένια φωνήεντα,
οδοιπορούμε, χωρίς ορισμούς
γεμίζουμε τον ουρανό με τα χείλη μας
και μια άνοιξη μικρή ανοίγει τα μάτια.