[Μη μιλάς…]

Μη μιλάς.
Το μονοπάτι ασημίζει ατάραχο.
Άφηνε τα δέντρα γυμνά,
ν’ αγγίζουν με τους ίσκιους τους αβρά
τις γλώσσες του φθινοπώρου.
Ν’ αγκαλιάζει τις όψεις του χρόνου
η καρδιά σου
κι ολόφωτο το πρόσωπό σου
να ξαναβγαίνει στο νερό.

[Κρυστάλλινη…]

Κρυστάλλινη
ακουμπώ τους χίλιους δαίμονες,
τους ντύνω
με λεπτά, σεληνιακά ενδύματα,
ψίθυροι αγγίζουν
τις άκρες της αυγής,
εκείνη δε βιάζεται, χαμογελά,
το τελευταίο ασήμι
θα το σταλάξει
μέσα στο ρόδο μας.
Μικρές διαυγείς σιωπές
τρώνε απ’ την αρχή
τα όνειρα,
τα δέντρα ανταμώνουν
με το φως.
Ποιος βαδίζει απ’ τους ωκεανούς
και μπαίνει σε κήπους;