Καλώ τα κύματα,
υμνώ το αρχαίο
που ανυποψίαστη
άγγιξα τριγύρω.
Θ’ αρχίσει να φυσά
ο ουρανός
μέσα στα μάτια μου,
θα εξαργυρώσω
το μαρτύριο της Σελήνης
και θ’ αναπνέω άδετη
από τους κόσμους
των νερένιων κύκλων.
Ατελείωτα οι αισθήσεις
σχηματίζουνε το βλέμμα σου.
Στο τέλος του δρόμου,
θ’ αλλάξουμε τον άνεμο,
μα μη φοβάσαι,
τρυφερά σού φύτευα
κάτω απ’ τη θάλασσα,
μισόκλειστα, τα ρόδα.




