[Θέλω να περισώσω τα όνειρα…]

Θέλω να περισώσω τα όνειρα
από τις φωτιές,
να τα τυλίξω με τη γλώσσα μου
με φύλλα ασημιά,
να τρεμουλιάζουν, ν’ απλώνονται
και να πετούν στιλπνά μεσ΄ στη θαμπάδα.
Μα είναι το στόμα μου τραχύ και κοφτερό,
πέταλο πέταλο τ’ απογυμνώνει
και σκύβει ο άνεμος ψαχουλευτά
να δοκιμάσει της σκοτεινιάς το διαρκές.
Ανορθωμένα απομεινάρια, σαν γκρίζο μάρμαρο,
επίπονη αλλοτρίωση
για να εξηγείς χιλιάδες χρόνια,
και μια στάχτη-ωκεανός απλώνεται
από κάτω μας.
Εκλιπαρούν τα μάτια μου
την ξεχασμένη ομορφιά,
τις μελωδίες στις άκρες του κόσμου
με τα λουλούδια τα μοναδικά μπηγμένα μέσα,
εκλιπαρούν τα μάτια της ελπίδας,
εκείνα που θα γινόταν ανέμελα,
για να χωθούν χρωματιστά,
χωρίς ταυτότητα,
βαθιά μας.

Leave a comment