[Το φως σώπαινε…]

Το φως σώπαινε
για να τρίζουν τα δέντρα
και κάτω απ’ το άγγιγμα
μυθικών σκιών
πευκοβελόνες.
Σ’ έναν χρόνο
ίσαμε τον συντονισμό,
θ’ αναδυθεί η ομορφιά ανέγγιχτη
και μικρές θαλασσινές γκριμάτσες
θα πλάθουν μ’ ήλιους το βλέμμα μας.
Κρατώ ευλαβικά κόσμους
με ολάνθιστες γωνιές
και ζωηρά τερετίσματα.
Ένα γεράνι μ’ άγγιξε με το στόμα.
Γαλήνεψα ξυπόλητη
σε τριανταφυλλένια δύση.

[Δεν κοιτάζω, αστράφτω και ξεχύνω…]

Δεν κοιτάζω,
αστράφτω και ξεχύνω
τις μικρές δυνάμεις μου στο χώμα,
να ιριδίζουν πάνω τους
του ήλιου τα φιλήματα
και να κοκκινίζω άγρια και παιδιάστικη μαζί,
στα ησυχότατα περάσματά σου.
Πλανιέμαι κι ενδίδω στα άνθη
που σκάνε ταπεινά κι αυτάρκη
σε μοσχοβολισμένη γη και θάλασσα,
στους καρπούς της αχλαδιάς
που βαστάει τα ξεκλείδωτα άστρα μου,
στο χρώμα τ’ ουρανού με το μελωμένο στόμα,
την ώρα που λεύτερος σκίζεται στη δύση.
Χορεύει μέσα στη νύχτα,
σαν κύμα, μια πεταλούδα.
Και σφιχτοδένεται το θαύμα της φλόγας της
στη χαρά της ιδρωμένης μας γαλήνης.
Δεν κοιτάζω,
αφήνω τις πνοές μου κατάστηθα, λάφυρα
στους γαλαξίες που με νοούν.
Μια τελειότητα που σήπεται,
γεννά καμπύλες κι αρχαία βαθουλώματα.
Μια νουμηνία αλαφροΐσκιωτη,
με τριαντάφυλλα να φανερώνει τη στοργή της.