
Από ηλίανθους το όνειρο
μαζεύει τα χρώματά του,
όμορφο δάσος,
ανθίζουν άγριες θύελλες
στα ασημένια χώματά του.
Λεπτά κλαδιά ανάμεσα
λυγίζουν σα δρεπάνι,
το μέτωπο της λήθης μας,
κιτρινόμαυρο,
σμίγει με το φεγγάρι.
Μια γλώσσα που αρθρώνεται,
μια γλώσσα που τραγουδάει,
πετρώνει στο καταχείμωνο,
σε θάλασσα χρυσή,
φιλόστοργη ακουμπάει.



