[Από ηλίανθους το όνειρο…]

Από ηλίανθους το όνειρο
μαζεύει τα χρώματά του,
όμορφο δάσος,
ανθίζουν άγριες θύελλες
στα ασημένια χώματά του.

Λεπτά κλαδιά ανάμεσα
λυγίζουν σα δρεπάνι,
το μέτωπο της λήθης μας,
κιτρινόμαυρο,
σμίγει με το φεγγάρι.

Μια γλώσσα που αρθρώνεται,
μια γλώσσα που τραγουδάει,
πετρώνει στο καταχείμωνο,
σε θάλασσα χρυσή,
φιλόστοργη ακουμπάει.

[Ψιθυρίζει ο ουρανός παράξενα πράγματα]

Ψιθυρίζει ο ουρανός παράξενα πράγματα,
σύννεφα με υφή λιωμένου μετάλλου
του δίνουν όψη λερωμένου δρόμου.
Στην περίμετρο της κάθε σκέψης μου
ένας ωκεανός μου πίνει την ανάσα.
Διασχίζουμε σιωπηλοί
την απόσταση των μαύρων βουνών,
βαθιά μέσα στα μάτια μας
ένα ιερογλυφικό
υμνεί την ομορφιά της απλότητας
κι οι ήχοι, ξεχωριστό νερό,
πειραγμένο απ’ το σχήμα των δαχτύλων μας.
Να κατανοήσω τους διάφανους τόπους,
ολόκληρο το βασίλειο
πεντακάθαρα να αναρριχάται
στις γωνιές των άστρων,
κι οι παλάμες μου
να γυρνούν το φεγγάρι στις σκιές του.

[Κάτω από την ησυχία…]

Κάτω από την ησυχία
σκοτεινιάζει το νερό.
Σκύβω επάνω του,
πορφυρές αναλαμπές
φιλούν ξάστερα τα μάτια μου.
Σχηματίζεται ολοένα
και πιο διάφανο
το πνεύμα του αγριμιού.
Ακολουθεί μ’ ευλάβεια
το στόμα απ’ τα ηλιοτρόπια,
είμαι μέσα τους,
είμαι μέσα τους,
λικνίζονται μικρά μαύρα νησιά
στο κέντρο της ολάνοιχτης δύναμης.
Ο ουρανός σταλάζει μυθεύματα άστρων
και γλιστρώντας στην ονειροπαρμένη νύχτα
σιωπώ
σαν γυναίκα-λίμνη
ή πέτρινη καταιγίδα.

[Μεταμορφώνεται…]

Μεταμορφώνεται
σε στρογγυλό νερένιο κύκλο,
μέσα του σκιρτάει μαλακωμένο τ’ όνειρο.
Τις συλλαβές μου
να συντρίψεις με τα δόντια,
για να μπορέσω απ’ την αρχή
να παλαβώσω
τους ακίνητους συσκευασμένους κόσμους.

[Σ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι…]

Σ’ ένα πορτοκαλί φεγγάρι
η γαλήνη.
Φορτωμένη η βραδιά
μ’ ό,τι χύνεται στις αντοχές μας
πίνει αμίλητη από τις αγριελιές
και το κλειστό μας στόμα.
Η Πούλια των σκοταδιών
τρίβει τα πλουμιστά της μάτια
και στο βάθος
σπέρνεται μ’ αστρόσκονη
η γύμνια μιας μελωδίας.
Με δρασκελιές κι αγγίγματα,
ανηφορίζουμε τυφλοί
σε πορφυρένιο κόσμο,
στη γη τραχεύουν τα τριζόνια.
Μονάχα να συλλογιέμαι
μια πρόφαση,
για τα χρώματα που σπαρταρούν
στα στήθεια του ορίζοντα.