[Με ορίζει μυημένη σιωπή…]

Με ορίζει μυημένη σιωπή,
βγαίνω με τα δάχτυλα
να κλείσω τη νύχτα,
χύνεται στα ρουθούνια μου
η ευωδιά χυδαίων ρόδων,
μένω ασάλευτη,
γύρω μου χειρονομούν
σκουρόχρωμες λωρίδες
με άστρα μαστιχωτά
και φοινικόδεντρα με πανύψηλες σκιές,
δροσάτη ριπή πιέζει το σώμα μου,
γυρεύει να μάθει
την ανέγγιχτη μνήμη
και το φως τεθλασμένο
αποσκεπάζει τους ήχους μου.

[Τις κόβω με τα δόντια τις λέξεις…]

Τις κόβω με τα δόντια τις λέξεις
και σχηματίζουν άστρα με λέπια
κι ορθάνοιχτες σάρκες σαν κόκκινο ζυμάρι.
Θα βυθιστώ τόσο
που να μην ακούω τον άνεμο,
να μην ακούω τους ήχους καταγής.
Έξω από τους ορίζοντες
χάνω τη φωνή μου.
Γελούσαν οι σκιές
και μας αγκάλιαζαν
και πλάσματα με αχτίδες στο βλέμμα
γροικούσαν πάνω μας
τραχιά ολοστρόγγυλα φεγγάρια.
Κάθε που ανασαίναμε
χρυσή χαρά ποτάμι,
ένωναν τις παλάμες τους
σε στάση προσευχής,
γέμιζε ο χώρος γύρω τους
με της νυκτός σταγόνες
και τα φεγγάρια ολόδροσα
αρμένιζαν στη βουλιαγμένη λάμψη.