Ξανασαίνει ό,τι είναι κουρασμένο,
πιανόμαστε μ’ ασφάλεια
στις μπουκιές της νύχτας
που εκθειάζει τα χέρια μας,
και σκάβουμε,
σκάβουμε,
ν΄ανοίξουμε διαφυγές
σ΄ απείθαρχους φόβους
κι ανίδεες ανάγκες.
Μιλώ με το χάρισμα γενναίας πατρίδας,
ακούς με τη γλώσσα στις πληγές μου.
Ξεχύνονται, ήλιος σε τρυπημένη σάρκα,
θαλασσόφτερα αρραγή πουλιά.
